Ετικέτα: ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Οι προϋποθέσεις μιας λειτουργικής ερωτικής, συντροφικής ή συζυγικής σχέσης

του Dr. Βελίκη Γιάννη

Τα παλιότερα χρόνια, έφτανε μόνο ο έρωτας ή η ανάγκη για κοινωνική αναγνώριση για να συνάψουν δύο άνθρωποι ερωτική, συντροφική ή συζυγική σχέση. Ωστόσο, σήμερα, που το ζευγάρι είναι εκτεθειμένο σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία και οι εγωισμοί σε έξαρση, οι δύο αυτές προϋποθέσεις δεν φτάνουν.

Χρειάζεται επίσης:

  • Ερωτική χημεία. Αν δεν ποθεί το ζευγάρι τη σωματική ένωση, είναι ευάλωτο σε συναισθηματική κατάπτωση και σε απιστία, «επιτρέποντας» την εισβολή τρίτου προσώπου.
  • Φιλία. Η φιλία είναι αυτή που κάνει ένα ζευγάρι αγαπημένο, ώστε να υπάρχει αληθινό νοιάξιμο, αλληλεγγύη, συμπόνια, συνεργασία.
  • Συνεξέλιξη. Τα δύο μέλη χρειάζεται να εξελίσσονται ταυτόχρονα, ώστε να συνεχίσουν να αλληλο-θαυμάζονται.
  • Δικαιοσύνη. Θα χρειαστεί να μοιράζονται δίκαια και τα προβλήματα αλλά και τα κέρδη της σχέσης, π.χ. εισόδημα.
  • Υπευθυνότητα. Για κάθε πρόβλημα που εμφανίζεται, το ζευγάρι θα χρειαστεί να αναζητεί τα αίτια στους ίδιους, και όχι σε γονείς, πεθερούς, φίλους κ.λπ.

Γενικότερα, θα χρειαστεί τα δύο μέλη να χαίρονται και να απολαμβάνουν το σωματικό σεξ και την αγάπη της σχέσης. Αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε απαιτείται έλεγχος και αναπροσαρμογή της σχέσης με έναν ψυχοθεραπευτή ή διάλυση της.

Για περισσότερα δείτε το βίντεο.

Πότε δουλεύει και πότε όχι ο ΝΟΜΟΣ της ΕΛΞΗΣ

του Dr. Βελίκη Γιάννη

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, παρακολουθούν Σεμινάρια Αυτοβελτίωσης ή Life Coaching. Ωστόσο, κατά παραδοχή των ίδιων των εισηγητών, μόνο ένα μικρό ποσοστό της τάξης του 5% βελτιώνεται.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως δεν λειτουργεί ο Νόμος της Έλξης;

Η αλήθεια είναι ότι ο Νόμος της Έλξης λειτουργεί ΠΑΝΤΑ.

Ωστόσο, έλκουμε, αυτό το οποίο ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ, και όχι αυτό που επιθυμούμε. Έλκουμε αυτό που μας μοιάζει, ή αυτό που χρειαζόμαστε.

Δεν γίνεται να πιστέψουμε ότι θα πετύχουμε και να αποκτήσουμε, κάτι το οποίο ΔΕΝ ΜΑΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ.

Η καλύτερη μέθοδος, είναι πρώτα να μάθουμε το ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ, τί κατά βάθος θέλει η ψυχή μας. Εδώ ακριβώς χρειαζόμαστε έναν έμπειρο και ικανό ψυχοθεραπευτή, που θα μας οδηγήσει στο ταξίδι της ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ.

Να αγαπήσουμε τις κακές, τις σκοτεινές, τις απωθημένες πλευρές του ΕΑΥΤΟΥ μας.

Και έπειτα, μπορούμε να οργανώσουμε μια στρατηγική για ν’ αποκτήσουμε αυτό, που ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ θέλουμε.

Μόνο σε αυτήν την περίπτωση, θα δούμε το ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΕΛΞΗΣ να δουλεύει!

Για περισσότερα δείτε το βίντεο.

 

 

Έρως ανίκατε μάχαν!

του Γιάννη Βελίκη

Έρωτας! Λέξη μαγική, σχεδόν ιερή, που σημαίνει πολλά και διαφορετικά για τον καθένα που τη χρησιμοποιεί. Για την ακρίβεια, η λέξη αυτή έχει τόσες σημασίες, όσες και οι άνθρωποι που την εκφέρουν. Σε γενικές γραμμές, φυσικά, αναφέρεται στο πιο συγκλονιστικό, καταιγιστικό και καταλυτικό συναίσθημα που νιώθουν οι άνθρωποι, από την πιο μικρή ηλικία ως τα βαθιά τους γεράματα! Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το συγκεκριμένο θέμα μονοπωλεί τις περισσότερες συζητήσεις, την τέχνη, τη λογοτεχνία, την ποίηση και φυσικά τη μουσική. Είναι το εντονότερο συναίσθημα σε κινητοποίηση ολόκληρου του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένης της ψυχικής λειτουργίας, που μόνο το ένστικτο της επιβίωσης τολμά να συγκριθεί μαζί του! Κάποιοι το υμνούν, άλλοι το αφορίζουν, κανείς όμως δεν το αγνοεί… Ο Έρωτας είναι ανίκητος και στις πιο δύσκολες μάχες!

Το 1965, η ψυχολόγος Dorothy Tennov άρχισε να μελετά την κατάσταση του να είναι κανείς ερωτευμένος ως κάτι διαφορετικό από την αγάπη που νιώθουν γενικά οι άνθρωποι για άλλους ανθρώπους. Η Tennov, βασισμένη σε εκατοντάδες συνεντεύξεις από ερωτευμένους, κατέληξε σε μία γενική περιγραφή της κατάστασης αυτής:

– Στην αρχή, ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα για το άλλο άτομο

– Αν και το άλλο άτομο ενδιαφέρεται εξίσου, εμείς ενδιαφερόμαστε ακόμα περισσότερο.

– Βιώνουμε ένα ενθουσιώδες αίσθημα λαχτάρας για την προσοχή του ατόμου. – Ενδιαφερόμαστε μόνο για αυτό το άτομο και για κανένα άλλο

– Το ενδιαφέρον μας μετατρέπεται σε εμμονή: Δε μπορούμε να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε το άτομο αυτό, ακόμα κι αν προσπαθούμε να συγκεντρωθούμε σε άλλα πράγματα.

– Ονειροβατούμε και φανταζόμαστε συνεχώς το άλλο άτομο.

– Η σχέση, όταν αυτή ξεκινήσει, προκαλεί ευφορία.

– Σκεφτόμαστε τις ερωτικές επαφές με το άτομο.

– Συχνά νιώθουμε ένα αίσθημα πόνου ή τσιμπήματος στο στήθος.

– Αδυνατούμε να προσέξουμε ή να αναγνωρίσουμε ατέλειες στο άτομο αυτό και καμία λογική επιχειρηματολογία δε μπορεί να αλλάξει την θετική μας άποψη. Στο πρώτο αυτό στάδιο μιας ερωτικής σχέσης είναι η ντοπαμίνη και σεροτονίνη που καθορίζουν τα περίεργα συναισθήματα και τις αντιδράσεις μας, όπως υποστηρίζουν οι επιστήμονες. Η ντοπαμίνη είναι ένα χημικό του εγκεφάλου που μας κάνει να νιώθουμε ευφορία. Τα ερωτευμένα άτομα, λένε οι ειδικοί, εμφανίζουν λιγότερη ανάγκη για ύπνο, παραπάνω ενέργεια και μειωμένη όρεξη για φαγητό. Κάποιοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι δεν είναι τυχαίο ότι τα ίδια χαρακτηριστικά εμφανίζονται στους χρήστες αμφεταμινών και κοκαΐνης. Οι «αντενδείξεις» της ντοπαμίνης είναι άγχος, νευρικότητα και συναισθηματική αστάθεια. Στις παθιασμένες ερωτικές σχέσεις παρατηρείται ότι τα δυσάρεστα αυτά αισθήματα συχνά μπλέκονται με τα ευχάριστα, δημιουργώντας για τους «πάσχοντες», ακόμα πιο έντονες καταστάσεις. Το πρώτο στάδιο του έρωτα διαρκεί, σύμφωνα με τους επιστήμονες, από έξι έως δεκαοκτώ μήνες, σπανιότερα έως τρία χρόνια. Σταδιακά, όμως, ελαττώνεται γιατί οι άνθρωποι συνηθίζουν να είναι ερωτευμένοι, ίσως με τον ίδιο τρόπο που άλλοι άνθρωποι αναπτύσσουν σιγά-σιγά ανεκτικότητα στις επιπτώσεις των παραισθησιογόνων.

Σύμφωνα με το ψυχαναλυτή Ζακ Αλέν Μιλέρ, οι λεπτομέρειες στις οποίες μπορεί να πυροδοτηθεί ο έρωτας είναι απίστευτα ποικίλες: από τον έρωτα που βασίζεται σε μικρά πράγματα, σε «θεϊκές λεπτομέρειες» όπως τα φετίχ, στον έρωτα με «περίεργες» φαντασιώσεις (για παράδειγμα μια γυναίκα μπορεί να φτάνει σε οργασμό με την προϋπόθεση ότι φαντάζεται κατά τη συνουσία ότι την χτυπούν, τη βιάζουν, ή ότι είναι μια άλλη γυναίκα ή ότι είναι κάπου αλλού, απούσα), ως και τις δύο πλευρές του έρωτα που διαχώρισε ο Φρόιντ: είτε ερωτεύεσαι κάποιον που προστατεύει, σε αυτή την περίπτωση τη μητέρα ή ερωτεύεσαι την ναρκισσιστική εικόνα του εαυτού σου. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ο διάλογος μεταξύ των δύο φύλων είναι αδύνατος όπως είπε ο γάλλος ψυχαναλυτής Λακάν. Οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να συνεχίζουν να μαθαίνουν την γλώσσα του άλλου επ’ αόριστον, ψηλαφώντας, αναζητώντας τα κλειδιά, κλειδιά που είναι πάντα ανακλήσιμα. Ο έρωτας είναι πάντα ένας λαβύρινθος από παρεξηγήσεις όπου η έξοδος δεν υπάρχει.
Η χημεία του Έρωτα

Όταν ο Έρωτας εμφανίζεται….

· Η τεστοστερόνη των αντρών πέφτει ενώ των γυναικών ανεβαίνει, έτσι ώστε τα επίπεδα να συγκλίνουν. Οι άντρες «γλυκαίνουν» και οι γυναίκες συμπεριφέρονται πιο επιθετικά και κατακτητικά.

· Έκκριση Ντοπαμίνης. Η ντοπαμίνη κάνει τους ανθρώπους να απολαμβάνουν, να εκστασιάζονται και να παθιάζονται.

· PEA και Νοραδρεναλίνη (έως 3 μήνες). Συντελούν επίσης στην έξαρση πάθους και δυνατών συγκινήσεων.

· Ωκυτοκίνη (έως 18 – 30 μήνες). Η σημαντικότατη αυτή ορμόνη κρατά τα αρσενικά (χελιδόνια, ανθρώπους) έως και 30 μήνες στη φωλιά, προκειμένου τα μικρά να μπορούν να ζήσουν αυτόνομα. Για τα περισσότερα είδη, τότε σταματά και ο ρόλος του «πατέρα», ο οποίος και εγκαταλείπει τη φωλιά.

· Προλακτίνη. Η θέα των παιδιών προκαλεί στον «πατέρα» την έκκριση της συγκεκριμένης θηλυκής ορμόνης. Έτσι η συμπεριφορά του γίνεται πιο περιποιητική και η τεστοστερόνη του πέφτει, έτσι ώστε να μην επιθυμεί συνεύρεση με άλλα θηλυκά.

Ο Έρωτας στη Λογοτεχνία

Υπάρχουν κάποια εξαιρετικά έργα με θέμα τον έρωτα, δοκίμια σημαντικών συγγραφέων, όπως ο Ρολάν Μπαρτ στα «Αποσπάσματα του Ερωτικού λόγου» κι ακόμα σημαντικά λογοτεχνικά (ο Κούντερα, για παράδειγμα) και ποιητικά, θεατρικά και κινηματογραφικά έργα κλπ. Στο δεκαπεντάτομο έργο του Μαρσέλ Προυστ, «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», το αγαπημένο πρόσωπο εκφράζει έναν εφικτό κόσμο, άγνωστο σε μας. Ο αγαπημένος προϋποθέτει, εντυλίγει, φυλακίζει έναν κόσμο που πρέπει να τον αποκρυπτογραφήσουμε. Τα μάτια του θα ήταν μόνο πέτρες, το σώμα του ένα κομμάτι σάρκα, αν δεν εκφράζανε έναν ή πολλούς ενδεχόμενους κόσμους, τοπία και τόπους, τρόπους ζωής, μια πολλαπλότητα από ψυχές. Να αγαπάς, είναι να προσπαθείς να εξηγήσεις, να ξετυλίξεις τους άγνωστους αυτούς κόσμους που παραμένουν τυλιγμένοι μέσα στο αγαπημένο πρόσωπο. Γι αυτό και ερωτευόμαστε τόσο εύκολα γυναίκες που δεν «ανήκουν στον κόσμο μας», που δεν είναι καν του τύπου μας. Γυναίκες που αγαπούμε συνδέονται πολύ συχνά με τοπία που τα γνωρίζουμε τόσο, ώστε να ευχόμαστε να τα δούμε να αντικαθρεφτίζονται στα μάτια μιας γυναίκας, αλλά που η αντανάκλασή τους καλύπτεται τότε από τόσο μυστήριο, ώστε γίνονται για μας χώρες απροσπέλαστες, άγνωστες. Το να πιστεύουμε πως ένα πλάσμα μετέχει σε μια άγνωστη ζωή στην οποία ο έρωτάς του θα μας βοηθούσε να μπούμε, είναι, απ’ όλα όσα χρειάζεται ο έρωτας για να γεννηθεί, αυτό στο οποίο δίνει την πιο μεγάλη σημασία και που τον κάνει ν’ αδιαφορεί για όλα τ’ άλλα. Ακόμα και οι γυναίκες που διατείνονται πως κρίνουν έναν άντρα μόνο απ’ τη σωματική του κατασκευή, βλέπουν σ’ αυτήν κάτι που προέρχεται από μια ξεχωριστή ζωή. Γι’ αυτό αγαπούν τους στρατιωτικούς : η στολή τις κάνει λιγότερο απαιτητικές για το πρόσωπο : νομίζουν πως φιλούν κάτω απ’ το θώρακα μια καρδιά διαφορετική, δοσμένη στην περιπέτεια και στην τρυφερότητα : κι ένας νέος ηγεμόνας, ένας πρίγκιπας διάδοχος του θρόνου, για να κάνει τις πιο κολακευτικές κατακτήσεις, στην ξένη χώρα που επισκέπτεται, δεν χρειάζεται το ωραίο προφίλ που θα ήταν ίσως απαραίτητο σ’ έναν χρηματομεσίτη.

Όταν αγαπούμε, η αγάπη είναι υπερβολικά μεγάλη για να μπορέσει να χωρέσει ολόκληρη μέσα μας : ακτινοβολεί προς την αγαπημένη ύπαρξη, συναντά σ’ αυτή μια επιφάνεια που τη σταματά, την υποχρεώνει να επιστρέψει στο σημείο εκκίνησής της, και είναι αυτό το αντίστροφο χτύπημα της συμπάθειας που ονομάζουμε συναισθήματα του άλλου και που μας γοητεύει έτσι περισσότερο παρά στον πηγαιμό της, γιατί δεν αναγνωρίζουμε ότι έρχεται από μας τους ίδιους.

Η αγάπη, όταν γίνεται κάτι σαν αρρώστια, απλώνεται πολύ πέρα απ’ την περιοχή του σωματικού πόθου – μπορεί η γυναίκα να ασχημύνει σε σχέση με την εικόνα της στο παρελθόν, αλλά αυτό για τον ερωτευμένο δεν παίζει κανένα ρόλο. Όταν η αρρώστια που είναι η αγάπη πολλαπλασιάζεται, δένεται με όλες τις συνήθειες του ερωτευμένου, όλες του τις πράξεις, τη σκέψη του, την υγεία του, τη ζωή του κι ακόμα μ’ ότι θα επιθυμούσε μετά το θάνατό του, γίνεται τόσο πολύ ένα πράγμα με τον ίδιο, που δε θα μπορούσαν να του αφαιρέσουν αυτή την αρρώστια, χωρίς να καταστρέψουν τον ίδιο ολόκληρο : ο έρωτάς του δεν είναι πια χειρουργήσιμος.

Η αγαπημένη ύπαρξη είναι διαδοχικά το κακό και το φάρμακο που αναστέλλει και επιδεινώνει το κακό (τα δύο πρόσωπα ή ομάδες προσώπων). Η γυναίκα καθίσταται, σε ακραία περίπτωση, ένα είδος ναρκωτικού. Η περιγραφή των κοινών συμπτωμάτων από τον Προυστ είναι αριστοτεχνική : «Στην περίπτωση αυτή η γυναίκα βρίσκεται στη θέση που βρίσκονται – αυτά όμως χωρίς να το συνειδητοποιούν όπως εκείνη – εκείνα τα πανούργα μέσα στην άγνοιά τους φάρμακα, όπως είναι τα υπνωτικά, η μορφίνη. Δεν είναι σ’ εκείνους στους οποίους χαρίζουν την ευχαρίστηση του ύπνου ή μιας αυθεντικής ευεξίας που τα φάρμακα αυτά είναι απολύτως απαραίτητα. Δεν είναι από ανθρώπους σαν αυτούς που θα αγορασθούν με οποιαδήποτε τιμή, αντάλλαγμα για όλα τα υπάρχοντα του άρρωστου. Αλλά από εκείνη την άλλη τάξη άρρωστων ανθρώπων (που μπορεί ίσως να είναι τα ίδια άτομα διαφοροποιημένα όμως με το πέρασμα του χρόνου), εκείνους που το φάρμακο δεν τους στέλνει για ύπνο, στους οποίους δεν προκαλεί κανένα ρίγος ευχαρίστησης, οι οποίοι όμως, όσο το στερούνται, γίνονται λεία μιας αγωνίας στην οποία με οποιοδήποτε τίμημα πασχίζουν απεγνωσμένα να βάλουν τέλος, ακόμη κι αν το τίμημα θα είναι ο δικός τους θάνατος».
Ο Έρωτας στην Ψυχανάλυση

Η Ψυχανάλυση από τα χρόνια του Φρόιντ ακόμη, ασχολήθηκε πολύ με το θέμα του Έρωτα, σε βαθμό που θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε ως κεντρικό. Οι πιο σημαντικές θεωρίες ήταν αυτές του Φρόιντ, όπου για πρώτη φορά αναδείχτηκε η παιδική σεξουαλικότητα και ο ερωτισμός της βρεφικής φροντίδας, η θεωρία της προσκόλλησης και εξατομίκευσης τηςMahler, οι αντικειμενοτρόπες σχέσεις της Κλάιν και φυσικά το μεταβατικό αντικείμενο του Βίννικοτ, όπου τα πάντα αντιπροσωπεύουν για τον άνθρωπο ότι το στήθος της μάνας για το βρέφος!

Ένας από τους ψυχαναλυτές που ασχολήθηκαν με τον ερωτισμό στα δύο φύλα ήταν και οKernberg. Υποστήριξε ότι για πολλούς λόγους βιολογικούς και μη, ο ερωτισμός στα δύο φύλα ξεκινάει με αντίστροφο τρόπο: στα νήπια αγόρια ο σωματικός αισθησιασμός χωρίς συναίσθημα είναι βασικός, ενώ στα κορίτσια βασικό είναι το συναίσθημα το οποίο όταν ικανοποιηθεί οδηγεί αργά στο σωματικό αισθησιασμό. Ακλόνητο επιχείρημα στη θέση τουKernberg είναι το στυλ της πορνογραφίας που προτιμούν τα δύο φύλα: οι άντρες έφηβοι προτιμούν όντως το σεξ χωρίς συναίσθημα (π.χ. πορνεία) ενώ τα κορίτσια έφηβοι το συναίσθημα χωρίς σεξ (Άρλεκιν κ.α.). Ο δε έρωτας μπορεί να είναι δύο επιλογών: ναρκισσιστικός (όπου κάποιος ερωτεύεται ότι μοιάζει με τον εαυτό του) που είναι και ο πιο συχνός ή αντικειμενοτρόπος (όπου κάποιος ερωτεύεται κάποιον που δεν του μοιάζει) που είναι σπάνιος και αναφέρεται σε αυτό που συχνά αποκαλούμε ως αγάπη!

Σύμφωνα με τον ψυχαναλυτή Δημήτρι Βεργέτη «αυτό που διακυβεύεται στο επίπεδο του έρωτα έχει να κάνει με την έλλειψη, ότι κάπου ο έρωτας βρίσκεται σε συνάφεια, σε εγγύτητα με ένα ορισμένο καθεστώς της έλλειψης, η οποία λειτουργεί και σαν αρχή ερωτικοποίησης και επιθυμητότητας ενός αντικειμένου. Δηλαδή ένα αντικείμενο καθίσταται επιθυμητό στο βαθμό που έρχεται να λειτουργήσει στις παρυφές της έλλειψης, υποσχόμενο την αναπλήρωσή της. Ο έρωτας ξεκινάει πάντα κατά τρόπο μονόπλευρο. Ο ένας εκ των δύο κεραυνοβολείται κατά κάποιο τρόπο, υφίσταται αυτή την ερωτική κεραυνοβόληση και καταλαμβάνεται από το ερωτικό πάθος, το οποίο το απευθύνει σε κάποιον και παραμένει όντως δεσμώτης μιας μοναχικής εμπειρίας στο βαθμό που δεν υπάρχει ανταπόκριση. Πρωτογενώς, η εμπλοκή του φύλου στον έρωτα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Σε αντίθεση, φυσικά, με το σεξ. Γιατί αυτό που αγαπάει κανείς στον έρωτα, όσον αφορά τουλάχιστον μια ορισμένη προσέγγιση, είναι ο ίδιος του ο εαυτός ή μια εξιδανικευμένη εκδοχή του ιδίου του τού εαυτού. Με αυτήν την έννοια, ο έρωτας έχει πάντα κάποιες ναρκισσιστικές καταβολές και αυτό είναι ένα μοτίβο που διατρέχει όλη τη δυτική σκέψη πάνω στον έρωτα. Ναρκισσιστικές καταβολές, ναρκισσιστική αφετηρία, ναρκισσιστική ρίζα του ερωτικού συναισθήματος. Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο έρωτας εμπλέκει ένα σώμα, το οποίο στοιχειοθετείται μέσα στη ναρκισσιστική εμπειρία της φαντασιακής, κατοπτρικής ακεραιότητάς του. Πρόκειται για το σώμα που μορφοποιείται μέσα στο στάδιο του καθρέπτη, για ένα σώμα ολοπαγές, ένα σώμα που δεν είναι τραυματισμένο από τον ευνουχισμό, ένα σώμα που δεν είναι προικισμένο με ερωτογόνες ζώνες και ενορμητικά χάσματα. Ήδη από αυτό το επίπεδο βλέπουμε ότι ο έρωτας απευθύνεται στην ολότητα του άλλου, δεν ερωτεύεται κανείς το στήθος μιας γυναίκας, τα έφυγρα χείλη της ή την ψιμυθιωμένη εικόνα της. Ο ερωτευμένος μπορεί μεν να καψουρεύεται το στήθος μιας γυναίκας, να καψουρεύεται τις καμπύλες της, να καψουρεύεται το γοβάκι της, αλλά ο έρωτας ως έρωτας απευθύνεται σε ένα είδος ολότητας του άλλου, τοποθετούμενου σε τελική ανάλυση πέραν του φαντασιακού, πέραν του ναρκισισμού, πέραν της σαγήνης της εικόνας. Για την ακρίβεια, απευθύνεται στο είναι του άλλου. Σε αντίθεση ακριβώς με την εμπειρία της σεξουαλικότητας, η οποία απευθύνεται σε ένα έμφυλο σώμα, προικισμένο με ερωτογόνες ζώνες, με ιδιαιτερότητες, ένα σώμα που λειτουργεί ως αποδέκτης των φαντασιώσεων. Οι φαντασιώσεις αποτελούν τον κατ’εξοχήν συνομιλητή της σεξουαλικότητας, ο παρτενέρ καλείται απλά να τις ενσαρκώσει, να τους προσδώσει σάρκα και οστά. Οποιαδήποτε έμφυλη σχέση συνάπτεται υπό την κηδεμονία των φαντασιώσεων είναι σαφές ότι είναι δομημένη με βάση ένα σεξουαλικό σενάριο. Ενώ η αμιγώς ερωτική σχέση δεν έχει ως πρωτογενή καταλύτης της κάποια σεξουαλική φαντασίωση. Αυτή είναι, λοιπόν, η τεράστια διαφορά. Ο έρωτας σπεύδει προς το είναι του υποκειμένου και από αυτή την άποψη δεν είναι μια αναλώσιμη διαμεσολάβηση για την ικανοποίηση της σεξουαλικής ενόρμησης, δεν είναι η κόσμια πρόσοψη των φαντασιώσεων.

Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ σε συνένετευξη ατο Βήμαgazino αναφέρει: «στους ώριμους ανθρώπους υπάρχει αγάπη. Έχουν δεχτεί τα δικά τους ελαττώματα και του συντρόφου τους, έχουν ζήσει την υπαρξιακή μοναξιά. Τον πρώτο χρόνο της ζωής τους έχουν πάρει αρκετή αγάπη από τη μητέρα τους κι έχουν δεχτεί ότι δεν μπορούν να τα έχουν όλα. Η αγάπη ξεκινάει από την ευγνωμοσύνη. Η ευγνωμοσύνη δημιουργεί συνθήκες ενδιαφέροντος για τον άλλον. Ο έρωτας διαρκεί πόσο; Έναν χρόνο; Μετά, ή μεταμορφώνεται σε αγάπη με στοιχεία ευγνωμοσύνης, ή διαλύεται. Οι εξαρτημένοι, οι στερημένοι από μητρική αγάπη ονειρεύονται καρβέλια, μια ιδανική γυναίκα. Ακριβώς όπως τα παιδιά πιστεύουν ότι η μάνα τους είναι όλος ο κόσμος. Δεν βλέπετε πώς κοιτάζονται οι έφηβοι στα πάρκα; Σαν να είναι ο ένας η μητέρα του άλλου. Ο πατέρας στηρίζει τη μάνα. Γίνεται η μητέρα της μητέρας του παιδιού του, παρέχοντας στοργή και τρυφερότητα άνευ όρων. Στην πραγματικότητα, όμως, τι κάνει ο άντρας; Ζηλεύει που η μητέρα αφιερώνεται στο παιδί της και την απατά. Το αρσενικό ζώο είναι πολυγαμικό, η πολυγαμία είναι μέσα στη φύση του άντρα. Γιατί είναι πολυγαμικοί οι άντρες; Επειδή η μόνη άμυνα απέναντι στον θάνατο είναι τα γονίδια. Η γυναίκα ξέρει ότι τα γονίδιά της έχουν πάει στο έμβρυο που κυοφορεί. Ο άντρας δεν ξέρει αν είναι δικό του το παιδί. Στον κόσμο των ζώων τα αρσενικά κατασπαράζουν το ένα το άλλο για να κερδίσουν το θηλυκό. Ή πνίγουν το μωρό τους, επειδή έτσι το θηλυκό αποκτά ξανά οίστρο».

Το παραμύθι του Έρωτα

Πόσα είδη και κατηγορίες έρωτα υπάρχουν; Θεωρητικά τόσα όσα και οι άνθρωποι! Θα μπορούσαμε, ωστόσο, να ξεχωρίσουμε μερικές μεγάλες ομάδες… Οι στοματικοί τύποι, όπως τους ονόμαζε ο Φρόιντ, οι άνθρωποι που κατ’ αυτόν έχουν άλυτες συναισθηματικές ανάγκες από τη βρεφική τους ακόμη ηλικία, ερωτεύονται οποιονδήποτε άνθρωπο τους δείχνει την παραμικρή αγάπη ή ενδιαφέρον. Οι άνθρωποι αυτοί προσκολλώνται εύκολα και δυνατά σε σχέσεις που ακόμη και αν αργότερα τους υποτιμούν, τους εξαπατούν ή τους κακοποιούν τους είναι αδύνατο να ξεκολλήσουν. Οι πρωκτικοί τύποι, από την άλλη, οι άνθρωποι που έχουν άλυτες συναισθηματικές ανάγκες από την πρώιμη νηπιακή ηλικία είναι σε μόνιμο «εμπορικό» αλισβερίσι… Επιδιώκουν να βρουν τις καλύτερες «ευκαιρίες» στη ζωή και στον έρωτα, όπου θα «δώσουν τα λιγότερα και θα πάρουν τα περισσότερα». Είναι οι άνθρωποι που θα επιδιώξουν έναν συμφεροντολογικό γάμο με καλή προίκα ή θα ψωνίσουν μία όμορφη πόρνη από υποβαθμισμένη χώρα που δεν θα τους κοστίσει ακριβά.

Στη συνέχεια, οι φαλλικοί τύποι, αυτοί που δεν έχουν λύσει το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα τους, θα επιδιώξουν όπως αναμενόταν να «κλέψουν» τη γυναίκα ή τον άντρα ενός άλλου ζευγαριού, ενώ οι διανοητικοί τύποι της λανθάνουσας περιόδου θα ονειρευτούν μία ερωτική σχέση με απαγγελίες ποιημάτων και σεξ με Βetadin…

Μια άλλη κατηγοριοποίηση είναι και αυτή των αναγκών του Maslow: οι ανασφαλείς τύποι θα αναζητήσουν στον έρωτα την ασφάλεια, οι σωματικοί τύποι την ηδονή, οι διανοητικοί τύποι τη νόηση, οι συναισθηματικοί το συναίσθημα (βλέπε Άρλεκιν), και οι τύποι με τις υπαρξιακές ανάγκες θα επιχειρήσουν μέσω του έρωτα να νικήσουν το φόβο του θανάτου!

Το βρίσκει ο καθένας αυτό που ζητάει; Δυστυχώς η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων όχι… Βλέπετε, το να βρει κανείς τον άνθρωπο που τον καλύπτει από την πρώτη στιγμή ως και πέραν του έτους, της 7ετίας ή της 20ετίας είναι στο επίπεδο του 2 με 4%! Και τότε; Τι στο καλό συμβαίνει με τον Έρωτα;

Τότε ακριβώς αναλαμβάνει τα ηνία ο Εγκέφαλος. Ο εγκέφαλος, αυτό το μοναδικό σε πολυπλοκότητα όργανο του Σύμπαντος, αναλαμβάνει να γεμίσει τα κενά των σχέσεων προκειμένου να διατηρήσει την ευτυχία των αφεντικών του, κάνοντας κάθε είδους όνειρα, σενάρια και παραμύθια…

Σας φαίνεται παράξενο; Δεν είναι όμως… Σκεφτείτε πως οτιδήποτε αντιλαμβάνεστε είναι αποκλειστικά προϊόν του εγκεφάλου σας και δεν υπάρχει στην πραγματικότητα! Γι’ αυτό άλλωστε και στην περιγραφή ενός δυστυχήματος ο κάθε μάρτυρας λέει τη δική του εκδοχή, ή στην ερμηνεία μιας κινηματογραφικής ταινίας ο καθένας αποκομίζει τις δικές του εντυπώσεις. Πάρτε για παράδειγμα την όραση: αν γυρίσετε τα μάτια σας στο χώρο που βρίσκεστε αυτήν την στιγμή, θα δείτε μια ενιαία εικόνα – την εικόνα αυτή όμως την συνέθεσε και σας τη δίνει ο εγκέφαλος σας. Για την ακρίβεια ο εγκέφαλος λαμβάνει άπειρα ξεχωριστά οπτικά αντεστραμμένα ερεθίσματα με τη μορφή της ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, και στη συνέχεια τα αντιστρέφει και τα συνθέτει σε μία ενιαία εικόνα…

Και αν μπορεί να κάνει αυτή τη διαδικασία στην ερμηνεία μιας «αντικειμενικής» πραγματικότητας (την ερμηνεία ενός χώρου), φανταστείτε πόσο παρερμηνεύει, μετασχηματίζει και κατά βούληση παραμυθιάζει την αντίληψη μας για ένα άτομο που το ορίζει ως υποψήφιο εραστή!

Ούτε λίγο, ούτε πολύ λοιπόν, το αν μας καλύπτει ή όχι τις ερωτικές μας ανάγκες ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, έχει πολύ μικρότερη σημασία, από το πώς ερμηνεύει ο εγκέφαλος μας αυτόν τον άνθρωπο και τη σημασία του δίνει. Καλώς ή κακώς είμαστε θύματα του ίδιου μας του εγκεφάλου και των ιστοριών που αυτός μας πλάθει…

Έτσι, τα όνειρα, οι αναλήθειες, οι παρερμηνείες, οι διαστρεβλώσεις και τα ψέματα που ο εγκέφαλος μας μάς λέει ειδικά στον έρωτα δεν έχουν τέλος. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, προσπαθεί να καλύψει τις ανεπάρκειες της ερωτικής κατάστασης που ζει το αφεντικό του, ώστε να κρατά το αφεντικό του χαρούμενο. Ιδού μερικά παραδείγματα: την ώρα της συνουσίας, αν ένας άντρας νιώθει ανεπαρκής απέναντι σε μία γυναίκα, μπορεί να φαντασιωθεί ότι έρχονται και άλλοι άντρες και όλοι μαζί βιάζουν τη συγκεκριμένη γυναίκα και, ως εκ θαύματος, ξεπερνά αμέσως την ανεπάρκεια του… Μια γυναίκα που κακοποιείται φυσικά και σεξουαλικά από τον άντρα της μπορεί να τον ακούσει να της ζητάει συγνώμη με λουλούδια και να θεωρήσει ότι είναι τελικά «καλός άνθρωπος». Ένας ομοφυλόφιλος, μπορεί να έχει τόσο πολύ πιστέψει ότι είναι γυναίκα, που να μπορεί να κάνει έρωτα με έναν άντρα μην βλέποντας στο ελάχιστο την πραγματικότητα της συνουσίας των δύο αντρών. Ένας που αυνανίζεται συχνά μπορεί να έχει εκλεπτύνει τόσο πολύ τη φαντασία του που άλλοτε να χαϊδεύει το σώμα του σαν αντρικό και άλλοτε σαν γυναικείο…

Ο Έρωτας, λοιπόν, δεν έχει να κάνει τόσο με το «άλλο» πρόσωπο όσο με την ανάγκη μας να ερωτευτούμε το ίδιο το ερωτικό συναίσθημα ανεξάρτητα από πού προέρχεται! Κινητοποιεί δε τις πιο αρχέγονες και τις πιο δυνατές μας ανάγκες και ο εγκέφαλος μας αναλαμβάνει τα ηνία ώστε να μας πείσει ότι έχουμε κάνει στην κάθε περίπτωση την καλύτερη επιλογή! Είναι όμως έτσι;

Έρωτας: ανάγκη ή επιθυμία;

Για κάθε τι που χρειαζόμαστε στη ζωή μπορούμε να αναρωτηθούμε: είναι μία ανάγκη μας να το έχουμε ή μπορούμε να ζούμε και χωρίς αυτό αλλά απλώς το επιθυμούμε; Η ανάγκη, σε κάθε περίπτωση, υποδηλώνει μια σοβαρότερη κινητοποίηση του οργανισμού στο να αποκτήσουμε κάτι, μιας και αυτό το κάτι, γίνεται αντιληπτό ως απαραίτητο στοιχείο της επιβίωσης και της υγείας μας. Η επιθυμία, από την άλλη, γενικώς αναφέρεται σε κάτι που θα θέλαμε να έχουμε, χωρίς ωστόσο αυτό να αποτελεί βασικό συστατικό της λειτουργικότητας μας και να μπορούμε να είμαστε υγιείς και χωρίς αυτό. Για παράδειγμα, το νερό είναι μία ανάγκη όπως και ο αέρας: χωρίς αυτά σε λίγο χρόνο δεν θα επιβιώναμε. Το σπορ αυτοκίνητο από την άλλη, θα μπει στην κατηγορία της επιθυμίας: μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς αυτό, και το επιθυμούμε μόνο για την απόλαυση και την κοινωνική επίδειξη που μας προσφέρει.

Ο Έρωτας σε ποια κατηγορία ανήκει; Είναι ανάγκη μας να ερωτευόμαστε ή επιθυμία; Με άλλα λόγια, χωρίς τον Έρωτα μπορούμε να ζήσουμε ή αποτελεί μία απλή «πολυτέλεια» της ψυχικής μας κατάστασης;

Η Ιστορία της ανθρωπότητας δείχνει ότι ο Έρωτας ανέκαθεν αντιμετωπιζόταν ως περιττή και επικίνδυνη κατάσταση, τουλάχιστον όσον αφορούσε στις πλατιές λαϊκές μάζες. Το έργο του εξαίρετου κοινωνιολόγου Φουκώ « η Ιστορία της Σεξουαλικότητας» μας δείχνει πολύ γλαφυρά, πως ανέκαθεν και διαχρονικά η άρχουσα τάξη καταπίεζε την εκδήλωση των ερωτικών συναισθημάτων στις λαϊκές μάζες. Ο λόγος ήταν ότι έτσι οι οικογένειες και οι κοινωνίες ήταν πιο σταθερές και ο καθένας παντρευόταν άτομο της κοινωνικής του τάξης. Μάλιστα στην Αγγλία του Μεσαίωνα, για να συνουσιαστεί ένα ζευγάρι θα έπρεπε να έχει την άδεια του Βασιλιά, και όταν την έπαιρνε συνουσιαζόταν αφού πρώτα τοποθετούσε τη λέξηFUCK στην πόρτα, λέξη που τα γράμματα της ήταν τα αρχικά των λέξεων «συνουσία μετά από άδεια του Βασιλιά».

Πρώτο το κίνημα του Ρομαντισμού, λίγο μετά το Μεσαίωνα, κατάφερε και απενοχοποίησε το θέμα του Έρωτα χωρίς όμως να προκαλέσει μεγάλες κοινωνικές αλλαγές. Η μεγάλη εξέλιξη ήρθε με τα κείμενα του Φρόιντ στις αρχές του 20ου αιώνα, όπου παρά το ανελέητο σφυροκόπημα που δέχτηκε για τις απόψεις από άρχοντες και επιστήμονες, τελικά έπεισε για την αναγκαιότητα της ερωτικής – σεξουαλικής έκφρασης στην ψυχική υγεία. Τέλος, με το κίνημα του φεμινισμού και ιδιαίτερα με την ιδεολογική επανάσταση το Μάιο του 68, ήρθε η πλήρης ηθική αποκατάσταση των ερωτικών αισθημάτων (τουλάχιστον για τον δυτικό κόσμο). Το φαινόμενο αυτό αντανακλάται στις ελληνικές και όχι μόνο ταινίες εκείνης της εποχής, όπου οι νέοι και οι γυναίκες διεκδικούν την ελευθερία των ερωτικών τους αισθημάτων ακόμη και όταν υπάρξει έρωτας μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών τάξεων.

Ο Έρωτας στον 21ο αιώνα θεωρείται πια ανάγκη, τόσο που οι περισσότεροι άνθρωποι του δυτικού κόσμου αδυνατούν να φανταστούν τη ζωή τους χωρίς αυτόν! Τα σήριαλ, ο κινηματογράφος, η ποίηση, η λογοτεχνία και η μουσική ανταγωνίζονται στο ποια τέχνη θα παρουσιάσει την καλύτερη ερωτική ιστορία.

Ωστόσο, ο Έρωτας, δεν μπορεί ποτέ να γίνει και να επιβιώσει ως ανάγκη! Εδώ είναι ακριβώς το σημείο που οι περισσότεροι το «χάνουμε»… Μόλις κανείς ερωτευτεί, ζητάει και επιδιώκει να έχει αυτόν τον έρωτα για πάντα: προσπαθεί να «δέσει» τον σύντροφο του με όρκους, με μάγια, με γάμο, με οικονομική εξάρτηση για να μην του φύγει… Αλλά ο έρωτας είναι σαν το αηδόνι: αν τον φυλακίσεις πεθαίνει!

Γιατί; Για τον απλούστατο λόγο ότι μπορεί να ευδοκιμήσει μόνο σε ελεύθερα σκεπτόμενα και συναισθηματικώς ώριμα άτομα, που καταλαβαίνουν ότι μπορούν να ζήσουν και χωρίς αυτόν και ερωτεύονται χωρίς το συναίσθημα τους να αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης και υγείας. Έτσι, μπορούν να είναι ερωτευμένοι, αφήνοντας τον σύντροφο τους να είναι ο εαυτός του και η σχέση τους να παίρνει καθαρό «αέρα», χωρίς το πνίξιμο και την καταπίεση που προκαλούν τα αισθήματα ζήλιας του ατόμου που έχει ανάγκη επιβίωσης από την ερωτική του σχέση.

Με άλλα λόγια, η έκφραση «βρήκα το άλλο μου μισό» δεν θα έπρεπε να λέγεται: σημαίνει ότι βιώνω τον εαυτό μου ως μισό, επομένως αν βρω το άλλο μου μισό δεν το αφήνω να φύγει γιατί θα ξαναγίνω μισός… Αν όμως προσπαθήσω να «δέσω» το σύντροφο μου θα χάσω τον έρωτα. Θα ήταν πολύ καλύτερο να είμαι «ολόκληρος» και να βρω έναν άλλο άνθρωπο επίσης «ολόκληρο» που δεν τον χρειάζομαι αλλά τον «αγαπάω», γιατί μου κάνει τη ζωή καλύτερη και εμένα κάτι πιο μεγάλο από τον εαυτό που ήξερα! Η ερωτική αγάπη δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από την υπέρβαση του «εγώ» και την επένδυση του «εμείς»! Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο από υγιή και «ολόκληρα» άτομα.

Στο βιβλίο του A. Carotenuto με τίτλο «Έρως και πάθος» διαβάζουμε:

«Η ερωτική εμπειρία είναι μια από τις πιο σπουδαίες και για πολλούς η πλέον σημαντική εμπειρία της ζωής του ανθρώπου. Μια βαθύτερη σκέψη πάνω στον έρωτα δεν μπορεί παρά να είναι ένας στοχασμός πάνω στην έννοια της ανθρώπινης ύπαρξης, χαρακτηριστικό της οποίας είναι το ανικανοποίητο, η νοσταλγία, το αίσθημα της μοναξιάς, η επιθυμία για ολοκλήρωση και τελειότητα, ο ψυχικός πόνος.

Εκείνο που κυρίως γοητεύει στον έρωτα είναι ο απόλυτος χαρακτήρας του, η απαίτησή του για αιωνιότητα και τελειότητα, η σιγουριά των ερωτευμένων ότι έχουν βρει το μοναδικό πρόσωπο που μπορεί να ικανοποιήσει το ατέλειωτο των πόθων τους. Το αγαπημένο πρόσωπο, εξιδανικεύεται, θεοποιείται, λατρεύεται, γίνεται στήριγμα της φαντασίας. Η αναπόφευκτη συνέπεια όλων αυτών είναι να κάνουμε τον άλλο υποχείριο και να απογοητευόμαστε όταν τον βλέπουμε στην πραγματικότητά του.

Οι απογοητεύσεις του έρωτα που στρέφεται προς ένα και μοναδικό πρόσωπο, η αγωνία της εγκατάλειψης που μας κατακυριεύει όταν παύει η αγάπη, είναι, μια ευκαιρία για ωρίμανση, όχι μόνο γιατί επιτρέπουν έναν υψηλότερο βαθμό αυτονομίας, αλλά, και γιατί επιτρέπουν να αναπτυχθούν πιο ώριμες σχέσεις με τον κόσμο. Στον έρωτα δεν είναι σπάνιο, μαζί με το αίσθημα της ένωσης με τον εραστή, να νιώθουμε και το αίσθημα της συμφιλίωσης με όλους τους ανθρώπους και με το σύμπαν, ένα αίσθημα παγκόσμιας αγάπης.
Ένα από τα χαρακτηριστικά φαινόμενα της ερωτικής εμπειρίας είναι η άμεση προσκόλληση στο αντικείμενο. Η παρουσία ή προσέγγιση του άλλου μας αιχμαλωτίζουν με ένταση και αμεσότητα που δεν συναντιούνται σε άλλες καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ερωτική σχέση «μαγεύει» τον ερωτευμένο και τον βασανίζει με την έμμονη ιδέα της εικόνας του άλλου. Αυτό το βίωμα έχει έναν αιφνίδιο, εξωπραγματικό, σχεδόν καταναγκαστικό χαρακτήρα.
Επιστρέφοντας στις πρώτες εμπειρίες του βρέφους, εκείνες που δεν μπορεί να συγκρατήσει στη μνήμη, αλλά που έχουν αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στον υπό διαμόρφωση εσωτερικό του κόσμο, μπορούμε να πούμε ότι το άγχος και ο φόβος του αποχωρισμού είναι ένα συνεχώς επανερχόμενο θέμα που ξεκινάει από τη στιγμή της γέννησης. Είναι θεμιτό να υποθέσουμε ότι στα πρώτα στάδια του έρωτα δημιουργείται η αυταπάτη πλήρωσης ενός βασικού, δομικού κενού. Αντικρίζοντας το αγαπημένο πρόσωπο, ο ερωτευμένος νιώθει ένα αίσθημα απίστευτης πληρότητας και συγχρόνως έχει την εντύπωση ότι ως εκείνη τη στιγμή ζούσε σε κατάσταση στέρησης. Η παρουσία του αγαπημένου προσώπου είναι πηγή ευεξίας που μοιάζει να έχει ανεξάντλητες δυνατότητες. Στην πραγματικότητα όμως, ο έρωτας ζει και τρέφεται απ’ αυτό που συμβαίνει σε μας, μέσα μας. Το πρόσωπο στο οποίο έχει προσηλωθεί το βλέμμα και η επιθυμία μου αποκτά για μένα μοναδική σημασία. Μόνο εκείνο μπορεί να ανακαλέσει τις πιο ενδόμυχες, και ιδιαίτερες διαστάσεις μου. Η ζωτικότητα που δοκιμάζουμε όταν αγαπούμε πηγάζει από την ανανεωμένη διάθεση για «αναζήτηση» που προκαλεί και τρέφει το πάθος.

Η αναστάτωση και η επιθυμία που προκαλεί η όψη του άλλου μαρτυρούν πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη να ενωθούμε ξανά με αυτό που έμοιαζε χαμένο και που τώρα εμφανίζεται με καινούργια και ακόμη πιο ελκυστικά χαρακτηριστικά.. Από τη συνάντηση δύο μοναδικοτήτων δεν μπορεί παρά να προκύψει μια ιδιαίτερη, ανεπανάληπτη σχέση. Να γιατί, όταν εκείνη η σχέση τελειώσει, είναι δικαιολογημένη η νοσταλγία, ο πόνος για κάτι που χάθηκε οριστικά, αφού καμιά νέα συνάντηση δεν θα μπορέσει ποτέ να ξαναζωντανέψει εκείνη την ίδια εμπειρία.

Υπάρχει πάντοτε ακόμη και στις πλέον εξελιγμένες ψυχικές συνθήκες μια ανεκπλήρωτη επιθυμία που ασφαλώς έχει τις καταβολές της στην παιδική ηλικία. Η επιθυμία να είμαστε αντικείμενα για κάποιον όπως ήμαστε για τους γονείς τη στιγμή που γεννηθήκαμε. Αυτό είναι μια πρωτογονική μνήμη που κουβαλούμε πάντοτε μέσα μας.

Αν ο άλλος αντιπροσωπεύει κάτι που λείπει από μένα, πρέπει να το αρπάξω, να το κλέψω από τον κόσμο, γιατί αυτό που επιθυμώ δεν μου προσφέρεται αυθόρμητα κι άρα πρέπει να το αποσπάσω με τη δύναμή μου. Μόλις αποκτήσουμε αυτό που μας δίνει το αίσθημα της πληρότητας, αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε με τρόμο, πόνο και αγωνία την πιθανότητα να το χάσουμε. Μπορεί κάλλιστα να υπάρχουν σχέσεις χωρίς έντονες φωτοσκιάσεις, χωρίς ρίγη και προαισθήματα, αλλά είναι άλλου τύπου. Ο έρωτας χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή της απομάκρυνσης και της επανεύρεσης, από την ανάγκη να επιβεβαιώσουμε το κεκτημένο, να λέμε «είσαι δικός μου για πάντα», ενώ την ίδια στιγμή μια φωνή μέσα μας ψιθυρίζει πως δεν είναι έτσι. Η ουσιαστική σχέση με τον άλλον δεν είναι κάτι που κερδίζεται μια κι έξω, αλλά απαιτεί συνεχή προσπάθεια».

Ο υγιής Έρωτας

Ο έρωτας για να έχει ελπίδες να επιβιώσει χρειάζεται δύο απαραίτητα συστατικά:

Α) να συμπληρώνει ο ένας τον άλλον. Ο Φρόιντ συνήθιζε να λέει ότι στα ζευγάρια η νεύρωση του ενός συμπληρώνει τη νεύρωση του άλλου και είχε απόλυτο δίκιο. Ωστόσο πέρα από τη συμπλήρωση των νευρώσεων χρειάζεται και η συμπλήρωση των ταμπεραμέντων (αργός – γρήγορος, ήρεμος – δυναμικός, σπάταλος – συντηρητικός, έντονη προσωπικότητα – ήπιος χαρακτήρας κ.λπ), ώστε παρά τις κορυφώσεις και τις έντονες στιγμές να επέρχεται ισορροπία. Είναι αυτό που η λαϊκή σοφία πήρε από τη Φυσική και λέει: τα ετερώνυμα έλκονται.

Β) να υπάρχει ταυτόχρονη εξέλιξη σε επίπεδο ανάπτυξης προσωπικότητας στο χρόνο (εδώ είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα των ζευγαριών):

Στις περιπτώσεις που δύο άνθρωποι δεν εξελίσσονται ή το κάνουν με παρόμοια ταχύτητα, ο αρχικός έρωτας παραμένει και συνεχίζει να αλληλοτροφοδοτείται.

Όταν όμως ο ένας από τους δύο αλλάζει με μεγαλύτερη ταχύτητα από τον άλλο, σύντομα θα μένει ακάλυπτος από τον άνθρωπο που παλιότερα αγάπησε και τώρα είναι ανεπαρκής! Γι αυτό άλλωστε, και σε περιπτώσεις που μόνο ο ένας από τους δύο ξεκινά ψυχοθεραπεία, συχνά μετά από ένα μεγάλο ή μικρό διάστημα χωρίζει… Έχει εξελιχθεί τόσο πολύ έναντι ενός ανθρώπου που παρέμεινε ίδιος και επομένως αναζητά πια ανθρώπους του καινούργιου του επιπέδου εξέλιξης. Και φυσικά σε αυτό το σημείο πορείας ενός ζευγαριού, η μόνη επιβίωση του ζευγαριού έγκειται στη συνειδητοποίηση της νέας κατάστασης από τον άνθρωπο που έμεινε πίσω και η ανάληψη δράσης από μέρους του ώστε να διεκδικήσει ξανά τον άνθρωπο του. Μόνο που αυτή η συμπεριφορά δεν είναι η συνήθης και αντί αυτής ξεκινούν οι απειλές και οι διακανονισμοί από αυτόν που έμεινε πίσω για το τι θα χάσει (οικονομικά, κοινωνικά κ.λπ.) αυτός που θα φύγει από το ζευγάρι, ή απειλές τύπου ότι θα αυτός που μείνει θα πάθει σοβαρή ασθένεια ή θα αυτοκτονήσει ή θα σκοτώσει το πρώην σύντροφο του, ή αρχίζουν τα παρακάλια (το γνωστό άσμα «λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω» κ.λπ.) με αποτέλεσμα να χαθεί για πάντα ο έρωτας… Συνεπώς, καλώς ή κακώς, έρωτας χωρίς συναγωνισμό στην εξέλιξη, και προσπάθεια συμπόρευσης κάθε στιγμή, δεν μπορεί στην πράξη να υπάρξει, όσο δυνατό και αν είναι το συναίσθημα του πρώτου καιρού που κεραυνοβόλησε τους δυο ερωτευμένους!

Δεξί ημισφαίριο και ασυνείδητη σκέψη

του Γιάννη Βελίκη

Είναι γνωστά στην επιστήμη τα πειράματα ψυχολογίας σε ανθρώπους με καταστροφή του μεσολόβιου. Το μεσολόβιο είναι μία εγκεφαλική δομή που επιτρέπει την επικοινωνία του αριστερού με το δεξιό λοβό του εγκεφάλου. Σε ασθενείς που μετά από ατύχημα ή χειρουργική επέμβαση σταμάτησε να λειτουργεί αυτή η δομή, παρατηρήθηκαν περίεργες συμπεριφορές που έδειχναν ότι οι άνθρωποι αυτοί λειτουργούσαν με δυο διαφορετικούς εγκεφάλους.

Για παράδειγμα, όταν παρουσιάστηκε σε έναν άνδρα η εικόνα μιας γυμνής γυναίκας στο δεξί του οπτικό πεδίο (αριστερό ημισφαίριο) χαμογέλασε και σχολίασε την εικόνα κάνοντας χιούμορ. Όταν του παρουσιάστηκε η ίδια εικόνα στο αριστερό οπτικό πεδίο (δεξί ημισφαίριο) ένιωσε αμηχανία και κοκκίνισε. Σε ερώτηση του τί είδε τη δεύτερη φορά, δεν ήξερε να απαντήσει. Άλλο παράδειγμα, που παρουσιάστηκε σε επιστημονικό συνέδριο , «…ήταν η σκηνή ενός χιονισμένου τοπίου που παρουσιάστηκε στο δεξί ημισφαίριο, και το αριστερό το πόδι ενός κόκορα. Κατόπιν εμφάνισαν μια σειρά από κάρτες από τις οποίες οι ασθενείς έπρεπε να επιλέξουν όποια θεωρούσαν ότι ταίριαζε περισσότερο με την αρχική σκηνή. Οι επιλογές γίνονταν με το χέρι και όχι λεκτικά, έτσι ώστε τα δύο ημισφαίρια να είναι ισοδύναμα. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα λοιπόν ο ασθενής επέλεξε (με το χέρι του) το κεφάλι του κόκορα ως το πιο ταιριαστό για το πόδι, και το φτυάρι ως το πιο ταιριαστό για το χιόνι. Όταν του ζήτησαν να δικαιολογήσει τις επιλογές αυτός απάντησε: μα είναι προφανές, ο κόκορας πάει με το πόδι του και το φτυάρι είναι για να καθαρίσεις το κοτέτσι. Μ’ άλλα λόγια, το δεξί ημισφαίριο που έχει επεξεργαστεί το χιονισμένο τοπίο, αλλά δεν το έχει δει συνειδητά, κάνει την σωστή εξωλεκτική επιλογή: επιλέγει σωστά το φτυάρι που ανοίγει το δρόμο προς το σπίτι. Όχι για να καθαρίσει το κοτέτσι, γιατί δεν έχει δει τίποτα το σχετικό: η πληροφορία που θα παρέπεμπε σε κοτέτσι δεν υπάρχει στο δεξί ημισφαίριο. Όταν όμως χρειαστεί να δικαιολογήσει την ‘ελεύθερη’ επιλογή του (δεν του υπέδειξε κανείς ποια από τις κάρτες να διαλέξει), τότε δίνει μια αληθοφανή, πλην όμως a posteriori, κατόπιν εορτής, εξήγηση. Μ’ άλλα λόγια η αιτιοκρατία της συμπεριφοράς σ’ αυτήν τουλάχιστον την περίπτωση φαίνεται να είναι ασυνείδητη: η οπτική πληροφορία (του χιονιού) πέρασε, επεξεργάστηκε, έγινε ‘αντιληπτή’ ασυνείδητα, οδήγησε στην ‘σωστή’ συμπεριφορά: την επιλογή του φτυαριού, επίσης ασυνείδητη. Όταν ζητείται εξήγηση, τότε η όλη διαδικασία περνά στην σφαίρα του συνειδητού και η ανάγκη ερμηνείας ‘παράγει’ μια εξήγηση που να ταιριάζει με τις πληροφορίες τις οποίες το αριστερό ομιλούν ημισφαίριο έχει στη διάθεσή του: κόκορας, άρα κοτέτσι. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι με τέτοια πειράματα διαχωρίζεται η συνειδητή, (και στην προκειμένη περίπτωση επίπλαστη) αιτία για την συμπεριφορά, από την ασυνείδητη και πραγματική αιτία. Και φαίνεται πως η συνειδητή (λεκτικά εκφραζόμενη) αιτία για την συγκεκριμένη συμπεριφορά (την επιλογή του φτυαριού) έπεται της συμπεριφοράς».

Συχνά, ο ορθολογικός τρόπος σκέψης μας «τοποθετείται» ότι πηγάζει από το αριστερό ημισφαίριο, ενώ ο διαισθητικός – καλλιτεχνικός τρόπος σκέψης από το δεξί. Λόγω, μάλιστα της ανικανότητας του δεξιού ημισφαιρίου να επικοινωνήσει με το λόγο, συχνά θεωρείται ως η υπεύθυνη εγκεφαλική δομή όπου στοχεύει ο υπνωτισμός.

Εξαιρετικοί επιστήμονες όπως ο Paul Watzlawick ή ο Milton Erickson επιχείρησαν και πέτυχαν πολύ καλά θεραπευτικά αποτελέσματα σε ψυχικά πάσχοντες, χρησιμοποιώντας τον θεραπευτικό υπνωτισμό (δηλαδή τρόπους επικοινωνίας που καταλαβαίνει το μη – ορθολογικό μέρος της αντίληψης μας). Σε δημοσίευμα του Focus διαβάζουμε σχετικά «…στόχος της ύπνωσης είναι να προσεγγίσει το ασυνείδητο του ατόμου, όπου συγκεντρώνονται οι εμπειρίες και οι πληροφορίες που λαμβάνει στη διάρκεια της ζωής του (τις οποίες συχνά δε συνειδητοποιεί). Οι μελετητές τοποθετούν συμβατικά το υποσυνείδητο στο δεξιό ημισφαίριο του εγκέφαλου. Κατά τη διάρκεια της ύπνωσης ο θεραπευτής μιλά στη δεξιά πλευρά, η οποία θεωρείται ότι συνδέεται κατευθείαν με το υποθαλάμιο σύστημα, τη γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ εγκέφαλου και σώματος. Πράγματι ο υποθάλαμος συνδέεται με την υπόφυση, που μετατρέπει τα νευρικά ερεθίσματα σε ορμονικά μηνύματα. Ακριβώς γι’ αυτό η ύπνωση μπορεί να «ενθαρρύνει» τους μηχανισμούς της αυτοΐασης και να ενεργοποιήσει πόρους τους οποίους αγνοούμε. «Είναι πολύ σημαντικό», έλεγε ο Έρικσον, «τα άτομα να γνωρίζουν ότι το ασυνείδητό τους είναι πολύ πιο έξυπνο από αυτούς».

Ο ίδιος ο Έρικσον καλούσε τους μαθητές του να δίνουν διέξοδο στη φαντασία τους, εμπνεόμενοι από το εκάστοτε άτομο. Η «ύπνωση χωρίς έκσταση» είναι μια πειστική γλώσσα που ξεπερνά τις λογικο-κριτικές ικανότητες. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας λέγεται επίσης «γλώσσα του δεξιού ημισφαιρίου» και χρησιμοποιεί ευρέως εικόνες, μεταφορές, αφορισμούς, παιχνίδια λέξεων, ειρωνικά χτυπήματα και θετικά σχήματα λόγου (για το δεξιό ημισφαίριο δεν υπάρχει η άρνηση.. Οι ίδιες στρατηγικές επικοινωνίας χρησιμοποιούνται επίσης από καλούς ομιλητές αλλά και ικανούς πωλητές».

Το δεξί μας ημισφαίριο συνήθως αντιλαμβάνεται το συναισθηματικό τόνο και προσλαμβάνει τις λέξεις και τις φράσεις αυτούσιες, χωρίς να έχει την ικανότητα περαιτέρω επεξεργασίας. Για παράδειγμα, η μητέρα που φωνάζει εξαγριωμένη στο παιδί της «πρόσεξε, θα κρυώσεις», δίνει ένα σαφές μήνυμα στο δεξί ημισφαίριο του παιδιού που του λέει «θα κρυώσεις». Όσο πιο ανίκανο είναι το παιδί να επεξεργαστεί αυτό το μήνυμα, τόσο θα καταλήξει να πιστεύει α) ότι η μητέρα του θέλει να κρυώσει, και β) ότι αυτός για να είναι «καλό» παιδί θα πρέπει να κρυώσει.

Φαίνεται παράλογο, αλλά προφανώς με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί η διαισθητική σκέψη του δεξιού ημισφαιρίου. Για το λόγο αυτόν ο Έρικσον απέφευγε το μήνυμα «μη φοβάσαι» (φοβούμενος το αντίθετο αποτέλεσμα) και προτιμούσε μηνύματα του τύπου «κάνε κουράγιο».

Για να μη χαλάσουν τη διάθεση των ακροατών τους ώστε να πετύχουν εύκολα το στόχο τους, οι καλοί πωλητές αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν αρνητικές φράσεις (ειδικά το «όχι»), και οι πολιτικοί όταν ρωτιούνται για κάτι που δεν έκαναν (π.χ. ένα έργο που είχαν υποσχεθεί) δεν απαντούν ποτέ απολογούμενοι, αλλά επισημαίνουν όλα τα πολλά έργα που έκαναν. Αν στο τέλος της ομιλίας – παρουσίασης έχει επιτευχθεί το καλό συγκινησιακό κλίμα ο σκοπός επιτεύχθηκε. Οι περισσότεροι πελάτες – ψηφοφόροι θα φύγουν ευχαριστημένοι και θα σταματήσουν να σκέφτονται ορθολογικά και με κριτική σκέψη.

Οι αντιληπτικοί τύποι

του Γιάννη Βελίκη

Περιέγραψε το σπίτι σου; Πως θα ήταν ο ιδανικός/η άντρας/γυναίκα; Πες μου λεπτομέρειες για την εκδρομή που πήγες; Αν υποβάλουμε αυτές τις ερωτήσεις σε πολλούς ανθρώπους θα πάρουμε το ίδιο πολλές απαντήσεις, ωστόσο οι απαντήσεις θα έχουν ορισμένα κοινά στοιχεία. Συγκεκριμένα, θα διαχωρίζονται σε τρεις ομάδες: αυτές που θα περιέχουν κυρίως οπτικές πληροφορίες, άλλες που θα περιέχουν ακουστικές και μία τρίτη ομάδα που θα αναφέρονται μόνο σε σωματικές αισθήσεις και συναισθήματα.

Η αιτία αυτού του φαινομένου βρίσκεται στη λειτουργία του εγκεφάλου, και ειδικότερα σε αυτήν του εγκεφαλικού φλοιού. Ο εγκεφαλικός φλοιός, αυτό το θαυμαστό δημιούργημα της φύσης με τις άπειρες αυλακώσεις, περιλαμβάνει εκτός του προμετωπιαίου φλοιού τις εξής περιοχές: τον οπτικό φλοιό, τον κροταφικό (ακουστικό), το βρεγματικό (αισθητικό) και τον κινητικό. Όταν κάποιος επεξεργάζεται κυρίως τις περιβαλλοντικές αισθήσεις με τον οπτικό φλοιό ονομάζεται οπτικός τύπος, με τον κροταφικό ονομάζεται ακουστικός, με το βρεγματικό και τον κινητικό ονομάζεται κιναισθητικός.

Οι οπτικοί τύποι είναι και οι περισσότεροι (περίπου 80% του πληθυσμού), εξαιτίας της σπουδαιότητας που είχε στην εξελικτική διαδικασία η όραση για την επιβίωση. Οι άλλοι δύο τύποι μοιράζονται το υπόλοιπο 20%. Και όμως, παρά το μεγάλο ποσοστό των οπτικών τύπων, έως πρόσφατα, η εκπαίδευση ευνοούσε τους ακουστικούς, με την παράδοση του μαθήματος, την αποστήθιση και την παπαγαλία. Ευτυχώς τελευταία άρχισαν να ενσωματώνονται στις παρουσιάσεις των μαθημάτων και οπτικά ερεθίσματα, με αποτέλεσμα να γίνεται αποδοτικότερη η διδασκαλία τουλάχιστον για την πλειοψηφία των μαθητών. Οι κιναισθητικοί τύποι αναγκαστικά βρίσκουν μεγάλες δυσκολίες στο σχολείο, που συχνά εκλαμβάνονται και ως άλλου τύπου μαθησιακά προβλήματα, και προωθούνται θέλοντας και μη στις τέχνες, το χορό και τον αθλητισμό.

Τα προβλήματα στη συνεννόηση και τη συνύπαρξη διαφορετικών τύπων είναι πολλά. Ένας οπτικός τύπος θα μπορούσε για ώρες να παρακολουθεί καλλιστεία, ή ακόμη και καλλιτεχνικό πατινάζ, ενώ ο κιναισθητικός φίλος του θα αναρωτιέται για ποιο λόγο ο οπτικός παρακολουθεί το πατινάζ και δεν το επιχειρεί ο ίδιος. Οι κιναισθητικοί δεν κατανοούν γιατί το 80% του πληθυσμού (οπτικοί τύποι) παρακολουθούν ποδόσφαιρο, αντί να παίζουν ποδόσφαιρο οι ίδιοι.

Ένας κιναισθητικός τύπος θα μπορούσε να περπατά ή να χορεύει για ώρες, και αν είναι ο αρχηγός μιας εκδρομής τότε σίγουρα οι υπόλοιποι θα βογκήξουν. Ένας ακουστικός τύπος μπορεί με τις ώρες να παρακολουθεί διαλέξεις ή συναυλίες και ο οπτικός φίλος του να τον διακόπτει με αδιάφορες λεπτομέρειες (οπτικές) που τον εκνευρίζουν γιατί του χαλάνε τη συγκέντρωση. Ένα παντρεμένο ζευγάρι οπτικού με ακουστικού τύπου είναι πολύ πιθανόν να μαλώσουν στην επιλογή κουρτινών, μιας και ο οπτικός θα ζητήσει τις ακριβότερες που υπάρχουν ενώ για τον ακουστικό τύπο αυτό θα είναι ένα περιττό έξοδο. Το ίδιο μάλλον θα συμβεί και στην επιλογή αυτοκινήτου.

Η διαφήμιση και η πολιτική είναι δύο επίσης σημαντικά πεδία όπου οι επαγγελματίες του χώρου εκμεταλλεύονται την αντίληψη του πληθυσμού – στόχου τους (ψηφοφόρων και πελατών). Δεδομένου ότι το 80% του κόσμου είναι οπτικοί τύποι, η εμφάνιση (κούρεμα, ντύσιμο, κίνηση χεριών) είναι αποφασιστικής σημασίας (στους πολιτικούς ή στους ηθοποιούς των διαφημίσεων) και μία πλειάδα επαγγελματιών επιστρατεύεται για να πείσει περί της τέλειας εικόνας (σκηνογράφοι, μακιγιέρ, στυλίστες, επικοινωνιολόγοι, μόδιστροι, σκηνοθέτες κ.α.). Έχει σημασία το ότι τα κόμματα που απευθύνονται στο μεγάλο ποσοστό των οπτικών τύπων δίνουν μεγάλη σημασία στην άψογη εικόνα, ενώ μικρότερα κόμματα που απευθύνονται στους άλλους τύπους αδιαφορούν για τέτοιου είδους ερεθίσματα, με συνέπεια να χάνουν μεγάλο ποσοστό και μόνο λόγω αυτής της αμέλειας.

Τα παραδείγματα όπου βρίσκουν εφαρμογή οι διαφορές των αντιληπτικών τύπων είναι άπειρα. Μεταξύ αυτών οι οπτικοί τύποι θα διαβάζουν περιοδικά με πολλές φωτογραφίες και θα ακούν μουσική χωρίς ιδιαίτερο πάθος (ακόμη και μουσική που δημιουργείται σε μία νύχτα). Από την άλλη, οι ακουστικοί τύποι θα διαβάζουν λογοτεχνία και ποίηση, και θα ακούν άκρως εξειδικευμένη μουσική και συγκεκριμένους δημιουργούς που θα κούραζαν τους υπολοίπους (π.χ. τζαζ). Οι κιναισθητικοί, τέλος, δεν θα δώσουν σημασία σε όλα αυτά… Θα γυμναστούν, θα χορέψουν και θα αναζητήσουν σύντροφο για το βράδυ. Διαλέγετε και παίρνετε…

Η ανάγκη για αγάπη

του Γιάννη Βελίκη

Η ανάγκη του κάθε θηλαστικού στο να είναι μέλος μιας ομάδας και να αναγνωρίζεται ως τέτοιο από τα υπόλοιπα μέλη, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Αυτό ισχύει οπωσδήποτε στα χρόνια της παιδικής ηλικίας, ωστόσο και στα ενήλικα χρόνια παραμένει εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα για τα περισσότερα θηλαστικά. Ο Χάρλοου, στα πειράματα του με μαϊμουδάκια που αποχωρίστηκαν τις μητέρες τους, έδειξε ότι το πιο αρχέγονο άγχος είναι το άγχος αποχωρισμού. Τα μικρά ζώα, προτιμούσαν μία γούνινη κούκλα που δεν είχε μπιμπερό από μία συρμάτινη κούκλα που τα τάιζε κανονικά, προκειμένου να νιώσουν τη ζεστασιά της γούνας της και την αίσθηση σα να είναι κοντά με τη μητέρα τους. Στους ανθρώπους ισχύουν οι αντίστοιχες ανάγκες όπως φαίνεται από τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα:

α) στις κοινωνίες όπου εφαρμόζεται η πρακτική του βουντού, αρκεί να δείξει ο μάγος με το κόκαλο ένα μέλος και αυτό σε μια – δύο μέρες είναι πολύ πιθανόν να αρρωστήσει και να πεθάνει. Ο λόγος είναι ότι από τη στιγμή που θα το δείξει ο μάγος, το άτομο αμέσως καθίσταται εκτός ομάδας και οι υπόλοιποι τού συμπεριφέρονται ως μελλοθάνατο. Τα συναισθήματα απελπισίας και απομόνωσης που κατακλύζουν το δύστυχο άτομο είναι ικανά να το σκοτώσουν σε ελάχιστες ημέρες.

β) στα Κιμπούτς του Ισραήλ ως γνωστόν, παρατηρήθηκαν περισσότεροι θάνατοι στα παιδιά που φιλοξενούνταν εκεί, περισσότερες ασθένειες και ανακλητική κατάθλιψη, μία συναισθηματική διαταραχή που εκδηλώνεται με άρνηση τους για δράση και απάθεια για τα συμβαίνοντα στο γύρω χώρο. Οι διαταραχές αυτές αποδόθηκαν στην ανυπαρξία συναισθηματικής επαφής των παιδιών με τους ανθρώπους που τα φροντίζανε, παρά το γεγονός ότι οι τους παρείχαν άριστη διατροφή και καθαριότητα. Επίσης σημαντικές ήταν και οι επιπτώσεις στη γνωστική τους ανάπτυξη που υπολειπόταν σοβαρά σε σχέση με τα παιδιά που μεγαλώνουν σε φυσιολογικές συνθήκες.

γ) οι έφηβοι που συνήθως ξεκινούν τη χρήση ναρκωτικών, ακόμη και αν προέρχονται από λειτουργικές οικογένειες, είναι άτομα που νοιώθουν τον εαυτό τους εκτός των κοινωνικών ομάδων που έχουν θεσμοθετηθεί και αναγνωριστεί όπως είναι οι σχολικές, οι αθλητικές, ή οι πολιτιστικές. Για το λόγο αυτό, και για να αποφύγουν τα αφόρητα καταθλιπτικά συναισθήματα που προκαλεί η απομόνωση, εισχωρούν σε μη θεσμοποιημένες ομάδες όπως αυτές των τοξικομανών, των παραπτωματιών, των ακραίων πολιτικών και θρησκευτικών σχηματισμών. Λέγεται ότι πριν τη διάδοση των ναρκωτικών στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, τα περιθωριακά άτομα εισχωρούσαν σε ακραία πολιτικά κόμματα ενώ μετά τη δεκαετία του ’50 τα αντίστοιχα άτομα κατευθύνθηκαν στον κόσμο των ναρκωτικών. Σε ντοκιμαντέρ που γυρίστηκαν σε πολύ φτωχές χώρες, φάνηκε ότι ο πιο επιβαρυντικός παράγοντας για την εξώθηση των παιδιών στην αλητεία, στην πορνεία και στα ναρκωτικά, ήταν το γεγονός ότι λόγω της φτώχειας τα παιδιά αυτά δεν τα «έβλεπαν», ήταν αόρατα ή δεν έδειχναν ότι επισημαίνουν την παρουσία τους τα άτομα των ανώτερων τάξεων.

Το «ανήκειν» (belongingness) είναι μια βασική ανάγκη και προϋπόθεση που ο άνθρωπος χρειάζεται για να νιώσει ότι ως άτομο αξίζει. Για ένα παιδί είναι καίριας σημασίας προκειμένου να αναπτυχθεί. Στην αρχή συνήθως επιθυμεί να τον αγαπά η μητέρα, μετά να ανήκει στην οικογένεια, στο σχολικό περιβάλλον, στην κοινωνία, στην ανθρωπότητα. Η ομάδα παρέχει «συναισθηματική ανατροφή» υποστηρίζοντας την αυτοεκτίμηση των μελών και την αίσθηση της ταυτότητας τους. Τα άτομα προσπαθούν να προσαρμοστούν και να ενταχθούν στην ομάδα και όταν δεν το καταφέρνουν αισθάνονται ντροπή.

Η ένταξη και προσαρμογή σε μία κοινωνία – κοινότητα προϋποθέτει την πλήρωση κριτηρίων, άλλες φορές θεσμοθετημένων, άλλες όχι. Για παράδειγμα, για να ανήκει ένα άτομο σε μία κοινωνία – κράτος πρέπει να αποκτήσει την ιθαγένεια, τη μόρφωση. Για να έχει δικαίωμα σε δημόσιο αξίωμα ή πολιτικά δικαιώματα θα πρέπει να έχει υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία και να είναι υγιής. Για να ανήκει κάποιος σε επιστημονικό σύλλογο θα χρειαστεί το ανάλογο πανεπιστημιακό πτυχίο και ενδεχομένως και άλλες διακρίσεις. Για να συμμετέχει σε μία ομάδα καταδρομέων πρέπει να έχει λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση κ.ο.κ.

Οι σημαντικές σχέσεις σε ένα κοινωνικό δίκτυο προκαλούν νευρολογικές και συναισθηματικές αλλαγές, από την πρώτη ακόμη ηλικία, αφήνουν ένα «κατακάθι». Σε δεύτερη φάση εσωτερικοποιούνται και γίνονται μοντέλα για τις μελλοντικές μας κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Έτσι, δομείται σταδιακά ένας εσωτερικός κόσμος σχέσεων, που συνήθως παρεμβάλλεται στις σχέσεις που δομούν τα άτομα ως ενήλικες στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις. Τα άτομα δρουν και αντιδρούν όχι μόνο με έναν πραγματικό Άλλο, με τους πραγματικούς ανθρώπους που έρχονται σε επαφή, αλλά και με έναν εσωτερικό Άλλο, που έχει από παλιά εγκαθιδρυθεί και έχει τη δύναμη να επηρεάζει την συναισθηματική κατάσταση τους.

Οι ουσιαστικές σχέσεις με τις αγαπημένες κοινωνικές μας αλληλεπιδράσεις συνήθως ωφελούν την σωματική μας υγεία, ενώ οι εχθρικές μπορούν να επενεργήσουν στο σώμα σα μολυσματικός παράγοντας. Οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις αλλάζουν όλα τα άτομα που συμμετέχουν και νευρολογικά και συναισθηματικά, μιας και τα συναισθήματα μεταδίδονται.

Τόσο στους ανθρώπους, όσο και στο ζωικό βασίλειο, υπάρχουν συγκεκριμένες χρονικές περίοδοι όπου θα πρέπει να ολοκληρωθούν ορισμένες διαδικασίες, όπως π.χ. η ανάπτυξη της γλώσσας. Αν αυτή η περίοδος παρέλθει χωρίς να έχουν δοθεί τα κατάλληλα ερεθίσματα, καμία μεταγενέστερη προσπάθεια δεν θα καταφέρει να αποκαταστήσει την συγκεκριμένη έλλειψη.

Για παράδειγμα, οι νεογέννητες χήνες φαίνονται γενετικά προκαθορισμένες να ακολουθήσουν το πρώτο διήμερο μετά τη γέννηση τη μητέρα τους. Εάν αυτή απουσιάζει και μόνο για δύο ημέρες θα ακολουθήσουν οποιαδήποτε άλλη κινούμενη μορφή. Το ίδιο θα συμβεί και με την ανάπτυξη του κελαηδίσματος σε μερικά πουλιά. Για κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, τα αρσενικά νεαρά πουλιά θα πρέπει να ακούσουν το τραγούδι φλερτάρισμα των άλλων ενήλικων πουλιών. Μόνο αν αυτό συμβεί σε αυτήν την περίοδο, και ταυτόχρονα τον επόμενο χρόνο εκκριθεί και η κατάλληλη τεστοστερόνη, θα μπορέσουν τα νεαρά αρσενικά να κελαηδήσουν. Σε κάθε άλλη περίπτωση δε θα μπορέσουν να έλξουν θηλυκά και συνεπώς δε θα μπορέσουν να αναπαραχθούν.

Στον άνθρωπο, αν ένα νεογέννητο στερηθεί οπτικά ερεθίσματα λόγω καταρράκτη, ή αν ένα παιδί στερηθεί τα λεκτικά ερεθίσματα λόγω κώφωσης, η αποκατάσταση σε αργότερο χρόνο δεν θα επαναφέρει τις απώλειες σε οπτική αντίληψη και ικανότητα λόγου. Η κρισιμότητα των χρονικών περιόδων αφορούν και συμπεριφορές που αφορούν στην κοινωνικοποίηση των θηλαστικών και των ανθρώπων. Πίθηκοι π.χ. που αποστερήθηκαν σε κρίσιμες χρονικές περιόδους την μητρική παρουσία, δεν κατάφεραν ποτέ να αποκτήσουν ώριμη συμπεριφορά, ενώ παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και σε ανθρώπους. Αυτός είναι και ο λόγος που η ψυχοθεραπεία ατόμων με ελλιπή κοινωνικότητα παρουσιάζει μεγάλες και συχνά ανυπέρβλητες δυσκολίες, όταν συντελείται σε ώριμη ηλικία.

Είναι γνωστό ότι τα πολύ μικρά παιδιά κατακτούν τη μονιμότητα του αντικειμένου σε συγκεκριμένη ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι από τότε και εφεξής γνωρίζουν πως παρά το ότι δεν βλέπουν την καρέκλα σε ένα άλλο δωμάτιο, αυτή μάλλον είναι εκεί όπως είναι κάθε ημέρα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα πρόσωπα. Από μία χρονική στιγμή και μετά γνωρίζουν ότι η μαμά τους θα ξαναέρθει, παρά το ότι τη συγκεκριμένη στιγμή δεν τη βλέπουν. Με αυτό τον τρόπο, όπως όλες οι έννοιες και τα αντικείμενα, εσωτερικεύονται και τα πρόσωπα (χαρακτήρες και συμπεριφορές). Αυτά συνήθως δεν είναι μόνιμα, και μεταλλάσσονται με την πραγματική ζωή. Η ανεπιτυχής εγκατάσταση και εσωτερίκευση καλών προσώπων – σχέσεων στον ψυχικό κόσμο των παιδιών είναι δυνατόν να οδηγήσει στο μέλλον σε καταθλιπτική ψύχωση και μανιοκατάθλιψη.

Σημαντικότατη προϋπόθεση για να λειτουργήσουμε σε μία ομάδα είναι το να μοιραζόμαστε τα κοινά συναισθήματα που προκαλούνται στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Συνήθως μέσω νευρωνικών μηχανισμών μιμούμαστε τις εκφράσεις των προσώπων με τα οποία συναλλασσόμαστε. Η μίμηση αυτή μας βοηθά να πλησιάσουμε συναισθηματικά το άλλο άτομο. Όλα τα συναισθήματα που αναδύονται από την επικοινωνία περνούν από επεξεργασία.

Παραπέρα, ένα μικρό παιδί ακόμη και αν κατακτήσει τις βασικές κοινωνικές δεξιότητες, για να αντεπεξέλθει στις προβλεπόμενες απαιτήσεις της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης, θα χρειαστεί ένα περιβάλλον που θα το διευκολύνει να αφομοιώσει τις παρεχόμενες γνώσεις. Ο ψυχαναλυτής Βίννικοτ έχει ορίσει ένα τέτοιου είδους περιβάλλον ως διευκολυντικό. Σε αυτό το περιβάλλον ο μαθητής θα αφομοιώσει τις απαιτούμενες γνώσεις και θα ολοκληρώσει μία αίσθηση ότι αξίζει, ότι έχει αυτό – αξία.

Υπάρχουν άπειρες κοινωνικές ομάδες: εθνικές, φυλετικές, πολιτικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές, αθλητικές, εργασιακές, συνδικαλιστικές, καλλιτεχνικές, παράνομες, τρομοκρατικές, εθνικιστικές, φασιστικές, δημοκρατικές, τοπικές, σύλλογοι, σωματεία…

Προκειμένου να συμμετέχει ένας άνθρωπος σε μία, ή περισσότερες εξ αυτών θα χρειαστεί να ασπαστεί τη νοοτροπία τους. Να συνεργαστεί!

Δεδομένου ότι ο άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει χωρίς να είναι μέλος ομάδας (ακόμη και οι ερημίτες είναι μέλη του μοναχισμού), χρειάζεται να γνωρίζει και χρησιμοποιεί μία βασική ανθρώπινη δεξιότητα: να συνεργάζεται. Σε άλλη περίπτωση θα εκδιωχθεί και θα βρεθεί στο περιθώριο (περιθωριακοί τύποι, φυλακές, ψυχιατρεία, απομονωμένα νησιά ως πολιτικός κρατούμενος κ.α.).

Άνθρωποι, που λόγω κακών συνθηκών απέτυχαν στο να μάθουν να συνεργάζονται, αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην ένταξη σε κοινωνικές ομάδες. Ακόμη και μεταξύ κακοποιών και παρανόμων (π.χ. Μαφία) ισχύουν κώδικες δεοντολογίας και τιμής, που σε κανέναν δεν επιτρέπεται να παραβεί. Συμπερασματικά, αφού το «ανήκειν» (belongingness) είναι μια βασική ανθρώπινη ανάγκη, το άτομο θα χρειαστεί να μάθει να συνεργάζεται, μιας και η συνεργασία αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή ακόμη και στις ομάδες με τους πιο χαλαρούς δεσμούς.

Ο τοξικός μας εαυτός μας και τα συναισθήματα που μας δημιουργεί, της Ελένης Δινάκη

Τοξικότητα, αδικία, ζήλεια: λέξεις που έχουμε ακούσει όλοι μας στην …

Ψυχοθεραπεία: το ταξίδι στον εσωτερικό μας κόσμο, της Ελένης Δινάκη

Ψυχοθεραπεία. Μια σύνθετη λέξη η οποία κρύβει ένα μεγάλο νόημα…Ψυχή+ …

Ο ρόλος μου και ο αληθινός μου εαυτός.

Μετά από πολύ καιρό ξαναπιάνω στα χέρια μου στυλό και χαρτί ώστε να …