Ετικέτα: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Μια ιστορία θλίψης. Η δική μου…

(στο κείμενο αναφέρομαι στον εαυτο μου στο τριτο προσωπο. Απλα, μου βγηκε ετσι…)

Ποσες λεξεις χωρανε σε πενηντα χρονια θλιψης;

40 ημερων λεχωνα η μανα μου με αφησε στην γιαγια και τον παππου.

Στην βαλιτσα της εβαλε την λυπη της και μια καρδια αδεια, που με τα χρονια θα φουσκωνε για να πνιξει το στηθος της απο τις τυψεις.

Ταξιδι για την Γερμανια, βιοπαλη, Ελλαδα του 64.

Ο αντρας της ειχε αποφασισει. Το νεογεννητο θα ηταν χαρισμα στην μανα του. Πως την ειχε εγκαταλλειψει ο αγαπημενος γιοκας της;

Ενα μωρο θα γεμιζε τωρα το καροτσακι του κενου που αφησε αυτος πισω του φευγοντας…

Εγκαταλλειψη πρωτη…

Οι νεαρες θειες και αδερφες του το κανακευουν το μωρο και το παιζουν στα χερια τους σαν κουκλα. Το ντυνουν με τα φορεματακια που γαζωνει στην παλλια σινγκερ η μαμα του, ενω τρεχαν απο τις πρισμενες ρωγες της

το απαγορευμενο γαλα μπερδεμενο με το πικρο της αιμα.

Ουτε θηλασε, ουτε αγκαλιασε.

Για να μην δεθει, ειπαν, δεν θα μπορουσε να το εγκαταλλειψει, αλλιως.

Η μικρη ακροβατει στους 7 μηνες στην παλαμη της ωραιας Ελενης (θεια)

Και ο παππους την καμαρωνει σαν γυφτικο σκεπαρνι.

Η ευφυια του μικρου κοριτσιου ειναι εμφανης. Μιλα και περπατα στους 9 μηνες. Ειναι το μασκοτ που κυκλοφορουν οι 2 θειες στον κινηματογραφο και το ζαχαροπλαστειο της μικρης επαρχιακης πολης του βορρα.

Στον χρονο γεμιζει το βαλιτσακι της με ονειρα και προσδοκιες η ωραια Ελενη για να βρει την τυχη της στην Γερμανια.

Εγκαταλλειψη δευτερη.

3 χρονια αρμονικα ακολουθουν, η μικρη καταλαβαινει εν τελει οτι η μαμα δεν ειναι αλλη απο την θεια Παρθενα με την οποια ειχε δεθει πολυ αρμονικα.

Ερωτας σφοδρος βαζει την θεια στο πλοιο για την Κρητη.

Το κοριτσακι θυμαται να θρυνει μυστικα την εγκαταλλειψη νουμερο 3 στα 4 του χρονια.

Η γιαγια Μαρικα ειναι τωρα η νεα μανα υποκαταστατο.

Θα μπορουσε καλλιστα να ηταν η 10η μουσα της γαστρονομιας. Μοσχοβολουν οι αυλες απο τα καρρικευματα και τα αρωματικα φυτα που τ αρωματα τους αναδυονται μεσα απο τα κατσαρολικα της. Ο δυοσμος, ο βασιλικοςςκαι το μακεδονισι  βγαινουν με αφθονια στα παρτερια του παππου Νικολα που τα φροντιζει καθημερινα μετα το μεσημεριανο του φαγητο.

Τον Μαη κλεινει η μικρη τα 5. Εκεινο το καλοκαιρι θα παρουν το τρενο γιαγια και εγγονη, ταξιδι για την Γερμανια  .Θυμαμαι πως ονειροπολω την μεγαλη μας εκδρομη για να συναντησω τους γονεις μου. Ουσιαστικα 2 αγνωστους, μου λενε πως ειναι η μαμα μου και ο μπαμπας μου και ειμαι πολυ χαρουμενη που θα τους δω. Δεν θυμαμαι να εχω την εικονα τους.

Στις μακριες γαλαριες, που τις λεει βουλγαριες πεφτει με το μουτρακι της στα φουστανια της γιαγιας με δεος . Την συνεπαιρνει η αγωνια μες το βαθυ βουητο και το τρανταγμα του τρενου με τον χορο των βαγονιων πανω στις σιδερενιες ραγιες.

Συντομα μαθαινει πως μετα το σκοτος στο τουνελ ερχεται το φως και αυτο ειναι πολυ καθησυχαστικο.

Στην Γερμανια, θυμαται, πως απολαμβανει τις πεντανοστιμες φραντζολες και τ αλλαντικα.

Στρωνονται τραπεζια με συγγενεις και φιλους και η ατμοσφαιρα ειναι εξαιρετικα γιορταστικη με φαγοποτι, μουσικες και κουβεντες. Οι παρεες ασχολουνται αρκετα μαζι μου, θυμαμαι πως ειμαι στο κεντρο του ενδιαφεροντος και πολυ ομιλιτικη.

Ειμαι χαρουμενη!

Μα ενας κρυφος ανταγωνισμος μεταξυ 2 γυναικων που διεκδικουν το μικρο κοριτσι ερπεται υπουλα και θα μολυνει την ηρεμια της συνυπαρξης.

Ειναι η μερα που με μεγαλη χαρα εγω θα παω με τις γονεις μου στην κοντινη μεγαλουπολη να μου αγορασουν ρουχαλακια. Η γιαγια θα εμενε στο σπιτι. Ειχε ιλλιγγους και δεν θα τα καταφερνε στις ηλεκτρικες σκαλες.

Ειμαστε στο χωλ, ντυμενοι και ετοιμοι να βγουμε…

Η γιαγια σκυβει στο αυτι μου και μου ψιθυριζει> Αν πας με την μαμα και τον μπαμπα ,εγω θα φυγω στην Ελλαδα.

Νομιζω πως πολλες φοβιες μου οπως αυτη της κλειστοφοβιας εχει τις ριζες της στο γεγονος αυτο.

Πανικος, αγχος, υστερια! Ουρλιαζω σαν αγριο ζωο που το παγιδευσαν σε ενεδρα. Δεν παω πουθενα αν η γιαγια δεν ειναι μαζι!

Η γιαγια καταλαβαινει το σφαλμα της μα ειναι αργα…

Στο αριστερο μου ποδι, ψηλα νιωθω εναν πικρο και ξαφνικο πονο σαν δηλητηριο…ανυποψιαστη εγω …υπουλα με τσιμπαει η μανα μου…Πονος οξυς και φοβος. Ειμαι σοκαρισμενη. Δεν την θελω. Δεν την εμπιστευομαι. Αποζητω την αγκαλια της γιαγιας μου.

Θυμαμαι τον μπαμπα μου, ενα θηριο που φωναζει. Με μενα τα χει βαλλει επειδη εκλεγα και φωναζα με λυγμους.

Ακομη απορρω. Πως δεν μπορεσαν να δουν την απελπισια ενος παιδιου που χρειαζεται ενα ασφαλες καταφυγιο…

………………………………….

Μπαινουμε σε πολυκαταστηματα, δοκιμαζω ρουχα αλλα ειμαι σε επιφυλακη . Δεν μπορω να χαλαρωσω και πρεπει παντα να εχω το ματι μου στην γιαγια μην εξαφανιστει.

Μεχρι τα 12 μου χρονια ζω με αυτον τον εφιαλτη .Μην ερθουν οι γονεις μου και με απαγαγουν καποιο καλοκαιρι.

Η γιαγια μου

Η γιαγια μου κι εγω.

Εθιζομαι στην τραγωδια της και τα μελαγχολικα τραγουδια που γλυκοπικραινουν τον αερα που μαζι αναπνεουμε.

Ζω με τις ιστοριες της και τις δραματικες της αφηγησεις λες κι ηταν εγω…

Λεει συχνα πως ειναι αρρωστη και θα πεθανει.

Ζω στο πετσι μου το δραμα της, την ποναω για την αλυπητη της μοιρα. Πλημμυριζω με αγωνια και αγχος καθε φορα που επικαλλειται τον θανατο να την παρει και τραβαει τις καμισσες της .πολλες φορες χτυπαει με γροθιες το στηθος της. Την παρακαλαω να μην το κανει.

Γινομαι η νεραιδουλα της και με τις μυστικες , ψυχαναγκαστικες μου ιεροτελεστειες μου την σωζω .Μετρω μεχρι το δεκα πηδωντας  σε καθε αριθμο στο καθε ποδι εν αλλαξ . Οταν τελειωνω σε διπλο αριθμο, τοτε αυτο σημαινει πως δεν θα πεθανει.

Σωζω και το τομαρι μου, γιατι αν επιζησει, τοτε δεν θα ερθουν οι ….εξωγηινοι να με παρουν!

Η ζωη της γιαγιας στον Ποντο

Τραπεζουντα 1917/ 18

Υπολογιζω απο τα γεγονοτα και την χρονολογια γεννησης της.

Η γιαγια μου ειχε 3 αδερφια. Ο Κοσμας και ο Θοδωρος και η μικροτερη η Πινικα. Θυμαται πως οι γονεις της αγαπιοντουσαν πολυ.

Ο Κοσμας, ο πρωτοτοκος, 9 χρονων παιδι, παιζοντας με το οπλισμενο κυνηγετικο του πατερα και παρολες τις παρακλησεις της μανας του να σταματησει το τρελλο παιχνιδι, tην σημαδευει στον σταυρο. Η μανα σωριαζεται μπροστα στα ματια των παιδιων της. Ο πατερας πεθαινει στον χρονο. Απο μαραζι; αυτοχειρια;

Ποιος ξερει…

Ενας θειος μαζευει τα ορφανα μα για κακη τους τυχη επαναλαμβανονται εδω τα παραμυθια των Αδερφων Γκριμ με το μοτιβο της κακκιας μητριας στο προσωπο της θειας. Για να μην μακρυγορω μπαινουν τα παιδια στην βιοπαλη για να εξασφαλισουν ενα ξεροκομματο.

Μου δειχνει τα ποδια της η γιαγια. Ανυπαρκτα νυχια .Μου μιλαει για τους πονους οταν οι αγελαδες πατουσαν τα παιδικα της ποδαρακια και ματωναν τα σπασμενα νυχια. Πονω τρομερα οταν ακουω. Ακομη και σημερα νιωθω να μου βελονιαζουν το κορμι εικονες τετοιες η τετοια ακουσματα. Στο κεφαλι εχει μια βαθεια ουλη απο την δρεπανια που της ερριξε ο εξοργισμενος θειος και που την εσυρε αιμορφυτη στο εδαφος γιατι δεν προλαβαινε να ριξει το αχυρο στο πλα ι νο καρο…

 

Η γιαγια μου φαιρεται σαν να ειμαι ορφανο. Θαρρω πως κανει προβολες πανω μου. Κλαιει με αγκαλιαζει λες και με λυπαται. Εγω παλι την πονω που ποναει.

Στην Ελλαδα παντρευεται νωρις με το ντελικατο ομορφοπαιδο τον παππου μου τον Νικολα. Κανουν 6 παιδια. Μεσα σε 2 χρονια χανουν απο θανατηφορες αρρωστειες 2 δεκατετραχρονα κοριτσια. Την Ευρειδικη και την Χαρικλεια. Μεσα στους καθημερινους της θρηνους μοιρολογωντας μνημονευει και τον χαμο τους. Αργοτερα βαζει τελος στην ζωη της η μικρη αδερφη που η γιαγια ειχε αναλαβει να μεγαλωσει, οντας παιδι και η ιδια, μετα τον χαμο της μανας τους.

Οταν τελειωνω το σχολειο τρεχω στο περιπτερο να δω τον παππου ( ως αναπηρος του Αλβανικου πολεμου του παραχωρησε το κρατος το περιπτερο). Με εφοδιαζει με σοκολατες και μπισκοτα. Παιρνω δρομο για το σπιτι. Η αγωνια μου κορυφωνεται οσο σκεφτομαι την γιαγια. Τρεχω με ιλλιγγιωδη ταχυτητα και λαχανιασμενη πατω με δυναμη το πομολο της πορτας. Με ανακουφιση την βλεπω να καθεται σκυμμενη στο βελονακι της Ζει!!!

Ειμαι στα 13.

Ο ξαφνικος θανατος του εγγονου της του Νικολακη απο αυτοκινητιστικο ατυχημα στα 20 του χρονια, λεβεντης ητανε…ειναι και το τελευταιο χτυπημα και ο αργος της θανατος.

Ταυτοχρονα το γεγονος αυτο αποτελει και την συνειδητοποιηση μου οτι δεν μπορω πια να την βοηθησω. Κλαιει, θρηνει ,χτυπα τα στηθεια της…

Ειναι πιο ελεεινη παρα ποτε. Δεν εχω πλεον αντοχες, δεν αντεχω πια την μοιρολατρεια της, το νιωθω ολο αυτο πολυ βασανιστικο.

Την παρακαλω να σταματησει, να σκεφτει κι εμας που ζουμε…

Δεν μπορει να αλλαξει κατι…

Ζει μεσα στον δικο της εμφιαλωμενο κοσμο της θλιψης της.

Παιρνω το ψαλιδι και κοβω τον ομφαλιο λωρο! Η αποδοχη μου οτι ειμαι μονη, μα παωτα ημουν…

Και κατεβαινω με αιτηματα! Σε λιγες μερες εχω δικο μου δωματιο στην αλλη ακρη της αυλης.Ειναι ο τροπος να αποστασιωποιηθω…

Ερωτευομαι τον Ομηρο και τις αναλυσεις λογοτεχνικων κειμενων και ποιησης. Αποκτω νοημα ζωης…

Ειμαι πειθαρχημενη μαθητρια και εχω προοδο στο σχολειο.

Ερωτευομαι ενα αγορι…ερωτευομαι και ξεχνω….Μα τι ειναι ο ερωτας;

Δεν ειναι ο αρνητης του θανατου ; Δεν ειναι η ζωη;;;

…………………………….

Στα 40 μου χρονια βυθιζομαι σε τρομερη καταλιψη.

Εμιαι 56 σημερα κι εχω επιζησει…

Το κειμενο μου αναφερεται ουσιαστικα στο πως γεννηθηκε η θλιψη μου.

Ο ψυχοθεραπευτης μου με εχει βοηθησει να την αναγνωρισω. Πιστευα πως αυτο που ενιωθα ηταν θυμος μα καταλαβα εν τελλει οτι κατω απο τον θυμο μελαγχολουσε η θλιψη και ο πονος.

Ειναι μακρυς ο δρομος μου, το ξερω. Ξερω ,επισης, πια, πως πρεπει να πεισω τον εαυτο μου οτι αξιζω την αγαπη. Να βγω απο τον ρολο της εγκαταλελειμενης και να παξω να φοβαμαι την απορριψη.

Ψυχοπαθητικός: η «κόλαση» μεταμορφωμένη σε άνθρωπο

Λένε ότι εδώ είναι η κόλαση, εδώ είναι και ο παράδεισος. Και όντως είναι κάτι που ισχύει. Φυσικά εξαρτάται από τον άνθρωπο που είσαι δίπλα του. Αν όντως θεωρείται ότι είναι δώρο Θεού ή αν είναι η ίδια η κόλαση μεταμορφωμένη σε άνθρωπο. Αν είναι δώρο Θεού τότε σημαίνει ότι έχεις μπλέξει με έναν υγιή άνθρωπο είτε σε επαγγελματικό είτε σε διαπροσωπικό επίπεδο. Τι κάνεις όμως όταν μπλέκεις με έναν ψυχοπαθητικό και μάλιστα σε διαπροσωπικό επίπεδο; Προσπαθείς να ξεφύγεις από την κόλαση μέσα στην οποία ζεις αν και είναι κάτι δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο.

Έτσι όπως πολλοί άνθρωποι γλίτωσαν από τη κόλαση του ψυχοπαθητικού, τα κατάφερα και εγώ και μάλιστα όχι μόνο μια φορά, αλλά δυο φορές. Αλλά η κάθε κατάσταση με άλλαξε σε διαφορετικές πτυχές της ζωής μου. Ο πρώτος ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζω τις ερωτικές σχέσεις και ο δεύτερος ως προς το βασικότερο δώρο που έχουμε: την ίδια τη ζωή μας.

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Ήμουν 15 χρονών όταν ήρθα σε επαφή για πρώτη φορά με ψυχοπαθητικό. Ήμουν ένα άβγαλτο κορίτσι, συνεσταλμένο, το οποίο δεν είχε μέχρι τότε καμία σχέση με το αντίθετο φύλο. Αλλά φυσικά όπως όλα τα κορίτσια της ηλικίας μου ήθελα να κάνω μια σχέση. Κάπως έτσι εμφανίστηκε ο Σάββας. Ήταν 2 χρόνια μεγαλύτερος μου και τον γνώρισα μέσω μιας κοινής μας φίλης. Όταν τον είδα δε μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με τον ίδιο. Δεν ήταν ο όμορφος της παρέας, αλλά είχε ένα μυστήριο γύρω του. Ωστόσο από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι του είχα κάνει εντύπωση. Εκείνες τις μέρες που τον είχα γνωρίσει, είχα περάσει την πρώτη μου ερωτική απογοήτευση και ήμουν κάπως λόγω του γεγονότος ότι τα αγόρια δε με πρόσεχαν μέχρι τότε, σε αντίθεση με τις φίλες μου που είχαν εφηβικές σχέσεις. Έτσι εκμεταλλευόμενος την ερωτική μου απογοήτευση, μου είπε πολύ όμορφα λόγια προκειμένου να με ρίξει. Φυσικά εγώ τα πίστεψα, γιατί είχα την ανάγκη να νιώσω αποδεκτή από το αντίθετο φύλο, όπως και είχα ανάγκη από αγάπη και στοργή. Κάπως έτσι τα φτιάξαμε. Αναπάντητες, τηλέφωνα, μηνύματα και τα σαββατοκύριακα βρισκόμασταν για κανένα καφέ με παρέα και όταν θέλαμε να μείνουμε μόνοι πηγαίναμε σε παρκάκια για να αγκαλιαστούμε και να δώσουμε κανένα φιλί στο στόμα, μιας και πηγαίναμε στο λύκειο τότε.

Όλο αυτό κράτησε ένα μήνα. Χωρίσαμε με δική μου πρωτοβουλία γιατί φοβόμουν μην ανακαλύψουν οι δικοί μου τη σχέση που είχα, αφού ήταν παλαιών αρχών. Από τότε είχε αρχίσει η δική μου κόλαση αλλά ακόμα δεν το είχα καταλάβει. Για δυο μήνες έκλαιγα που τον έβλεπα έξω με άλλη, μέχρι που εμφανίστηκε τα Χριστούγεννα του 2002 με μηνύματα. Αρχίσαμε να επικοινωνούμε και τελικά τα ξαναβρήκαμε προπαραμονή Πρωτοχρονιάς. Αλλά είχαν αλλάξει όλα τότε. Άρχισε να μιλάει για ολοκλήρωση της σχέσης μας, κάτι το οποίο δεν ήθελα αφού φοβόμουν στην τρυφερή ηλικία των 15. Άρχισε να βγαίνει με άλλες και να καβγαδίζουμε και τελικά με χώρισε χωρίς να μου δώσει καμία εξήγηση. Η όλη κατάσταση ήταν δύσκολη στην αρχή για μένα γιατί μέναμε στην ίδια πόλη και είχαμε τα ίδια στέκια, οπότε βρισκόμασταν πολύ συχνά στο ίδιο μέρος. Στο μεταξύ το καλοκαίρι του 2003 πατήσαμε ένα πολύ καβγά με απειλές για ξύλο από τη μεριά του και φωνές. Κάπως έτσι χάθηκε για μισό χρόνο περίπου.

Στο μεταξύ απολάμβανα την ελευθερία μου και διασκέδαζα έξω με τις φίλες μου. Όμως δεν ένιωθα καλά με τον εαυτό μου, αφού όλη η παρέα μου είχε σχέσεις και εγώ ήμουν το μπακούρι της παρέας. Λίγο η μοναξιά, λίγο η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, λίγο το πείραγμα της παρέας μου ότι είμαι μπακούρι και ότι θα τους κρατώ το φανάρι την ημέρα του αγίου Βαλεντίνου με έκανε να ξαναμπλέξω για 2η φορά στη ζωή μου, αφού με πλησίασε ξανά με πρόφαση να μου ζητήσει συγγνώμη για τη συμπεριφορά του το καλοκαίρι που είχε περάσει και ζητώντας να είμαστε ξανά μαζί. Αποφάσισα να δώσω την ευκαιρία αυτή αλλά κατάλαβα ότι ο Σάββας ήθελε μόνο να με πηδήξει και τίποτα άλλο και έτσι χαθήκαμε για άλλους έξι μήνες. Εγώ όλο αυτόν τον καιρό καιγόμουν για χάρη του και ήθελα να είμαστε μαζί.

Έτσι το καλοκαίρι του 2004 πριν πάω στην γ λυκείου ήρθαμε ξανά σε επαφή και από τότε ναι ζούσα καθημερινά μια κόλαση. Ήξερε πολύ καλά τι ένιωθα για αυτόν και το εκμεταλλευόταν με όλη τη σημασία της λέξης. Γνώριζε πολύ καλά να ψυχολογεί τους άλλους και να τους χειραγωγεί. Δε θα ξεχάσω την κουβέντα που μου είχε πει για να με ρίξει για 3η φορά ότι τον γουστάρω θανάσιμα και ότι και να κάνω δε θα γλιτώσω ποτέ από τον ίδιο. Με αυτόν τον τρόπο άρχισε να με χειραγωγεί για να παίρνει αυτό που ήθελε από μένα. Κάθε φορά που βρισκόμασταν μου έλεγε ότι για να είμαστε μαζί, πρέπει να κάνουμε ή έρωτα ή να του κάνω στοματικό, αλλιώς θα με παρατούσε στις ερημιές. Και εγώ αναγκαζόμουν ή το ένα ή το άλλο, χωρίς να το θέλω γιατί φοβόμουν για μένα. Έφτασα σε ένα σημείο να σιχαίνομαι τον εαυτό μου και να θεωρώ ότι είναι καθήκον για την γυναίκα το να ολοκληρώσει τη σχέση της. Με έκανε να νιώθω ότι δεν ήμουν ικανή να κάνω έρωτα με τον άνθρωπό μου και ότι αυτός θα γινόταν δάσκαλος στο σεξ για μένα, για να μη ντροπιαστώ όταν θα έκανα μια κανονική σχέση, όπως μου είχε πει χαρακτηριστικά. Αφού έπαιρνε αυτό που ήθελε κάθε φορά, με έκανε σκουπίδι λέγοντάς μου ότι ποτέ δε θα είμασταν μαζί, ότι με εκδικήθηκε επειδή τον πλήγωσα κάποτε, ότι δεν με αγαπάει, ότι εγώ φταίω για όλα και γενικότερα με υποτιμούσε. Τις υπόλοιπες φορές που δε βρισκόμασταν μαζί, αλλά τον συναντούσα έξω με την παρέα του, είτε με κοιτούσε χωρίς να μου μιλάει, είτε μου έκανε πόλεμο νεύρων, είτε μου έστελνε μηνύματα για να συνευρεθούμε ερωτικά είτε οι δυο μας είτε και με φίλους του, κάτι το οποίο αρνήθηκα κατηγορηματικά και είμαι περήφανη για τον εαυτό μου που δεν έχασα την ελάχιστη αξιοπρέπεια που μου είχε απομείνει.

Όλη αυτή η κατάσταση ήταν αρρωστημένη και είχα καταλάβει ότι έπρεπε να ξεφύγω οριστικά. Άρχισα να διαβάσω εντατικά για να περάσω στο πανεπιστήμιο μόνο και μόνο για να γλιτώσω από την κόλαση στην οποία ζούσα. Ήταν πολύ δύσκολο στο λύκειο, γιατί κάθε φορά που βρισκόμασταν γινόταν το ίδιο σκηνικό και εγώ έφευγα κουρέλι ψυχολογικά. Κανείς δε γνώριζε πώς ένιωθα. Έκλαιγα κάτω από τα παπλώματα τη νύχτα σιγανά για να μη καταλάβουν οι γονείς μου τι ζούσα. Κάπως έτσι τέλειωσα το λύκειο, ένα κουρέλι ψυχολογικά δίνοντας κάθε φορά ένα κομμάτι του εαυτού μου και το αντάλλαγμα ήταν υποτίμηση, λεκτική και ψυχολογική βία και απειλές για σωματική βία (ότι άνετα μπορούμε να πνίξει αν το ήθελε και δε θα προλάβαινα να κάνω καν κίνηση για να γλιτώσω).

Με το που τελείωσα το λύκειο, εξαφανίστηκε πάλι, γιατί φοβήθηκε τους δικούς μου, αφού είχαν μάθει ότι βρισκόμασταν, αλλά δεν είχαν και δεν έχουν ιδέα ακόμα και τώρα τι πέρασα μαζί του. Στο μεταξύ πέρασα στο πανεπιστήμιο και έκανα μια σχέση με ένα άνθρωπο μόνο και μόνο από αντίδραση και για να εκδικηθώ για τον πόνο που βίωσα κάποτε. Φυσικά ο άνθρωπος αυτός δεν μου έφταιγε σε τίποτα. Αλλά ήμουν πολύ πληγωμένη και έπρεπε κάπου να βγάλω τον πόνο και το θυμό που ένιωθα. Μόλις έμαθε φυσικά ότι είχα προχωρήσει στη ζωή μου, εμφανίστηκε ξανά και άρχισε να με διεκδικεί με κάθε τρόπο: μηνύματα και τηλέφωνα καθημερινά. με αποτέλεσμα να χωρίσω με εκείνο τον άνθρωπο και φυσικά να εξαφανιστεί για ακόμα μια φορά. Αλλά δεν ήξερα ότι θα εμφανιζόταν για ακόμα μια φορά ένα χρόνο μετά.

Όταν είχα κλείσει τα 20, εμφανίστηκε μετανιωμένος, να λέει ότι άλλαξε ότι θέλει να είμαστε μαζί και να του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία. Από τη μια ήθελα να είμασταν μαζί, αλλά από την άλλη φοβόμουν ότι δεν αξίζει να του δώσω μια ευκαιρία. Και όντως το κατάλαβα ότι δεν άξιζε, γιατί όταν του είπα να έρθει να με βρει στην πόλη που σπούδαζα να μιλήσουμε μου είπε χαρακτηριστικά να του πληρώσω τις βενζίνες, γιατί η μαμά και ο μπαμπάς μού δίνουν λεφτά μιας και ήμουν φοιτήτρια, ενώ αυτός που δούλευε σαν Ε.Π.Ο.Π. δεν είχε λεφτά. Όλα αυτά σε συνδυασμό με αυτά που πέρασα αποφάσισα να τον αφήσω πίσω μου οριστικά. Οι μόνοι άνθρωποι που με στήριξαν να πατήσω στα πόδια μου ήταν οι φίλες μου στη σχολή, η Ανθούλα, η Χρυσάνθη και η Αλεξία που μου δίνανε κουράγιο καθημερινά και με συμβούλευαν.

Έτσι το 2007 μετά από 5 χρόνια κόλασης, μετά από ένα ομηρικό καυγά του είπα το οριστικό τέλος με απίστευτο θυμό προς τον ίδιο και ότι θέλω να προχωρήσω παρακάτω. Και όντως προχώρησα παρακάτω με έναν άνθρωπο δυο χρόνια, στο τελευταίο έτος της σχολής μου, τον οποίο τον ερωτεύτηκα και με ερωτεύτηκε τρελά. Αλλά ακόμα και τότε ήθελε να μου χαλάσει την ζωή, δημοσιεύοντας στο προφίλ μου στο facebook ο αδερφός του ότι πάντα τον αδερφό του θα γουστάρω, ότι ο ίδιος θα με αφήσει να μπω στη ζωή του ακόμα και αν έχω κάνει τόσες μαλακίες και ότι γελάνε με τα βίντεο που τράβηξαν όταν ήμουν μαζί του σε ερωτικές στιγμές χωρίς να το γνωρίζω φυσικά. Φυσικά τον απέκλεισα από το facebook, αλλά ακόμα και τώρα δε γνωρίζω αν όντως με τράβηξαν video ή απλά το είπαν έτσι για να πουν κάτι και αυτό είναι κάτι που θα με βασανίζει για πάντα. Από τότε τον έχω δει ελάχιστες φορές στην πόλη μου, αφού λόγω δουλειάς φύγαμε και οι δυο από την πόλη που μεγαλώσαμε, χωρίς φυσικά να μιλήσουμε, εκτός από τη τελευταία μας συνάντηση πριν 4 χρόνια περίπου, όταν ήρθε να μου μιλήσει φιλικά στο τραπέζι όπου καθόμουν με την παρέα μου. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι προσπάθησα να μη δείξω ότι αυτός ο άνθρωπος ακόμα και τώρα με ταράζει παρόλο που πέρασαν 14 χρόνια από τότε που του είπα τέλος. Ακόμα και τότε προσπάθησε να με χειραγωγήσει και να με ρίξει στα δίχτυα του, κάνοντας αναφορά για τα παλιά. Αλλά είχα πει στον εαυτό μου ότι με αυτό τον άνθρωπο δεν πρόκειται να με είμαι ξανά μαζί και τον απέφυγα διακριτικά όταν μου ζήτησε να πιούμε καφέ σαν φίλοι. Για κανένα λόγο δε θα ήμουν ξανά μαζί του, γιατί δεν θέλω να ζήσω αυτή τη κόλαση για άλλη μια φορά.

Αλλά όταν κάνουμε σχέδια ο Θεός γελάει λένε. Και όντως ισχύει. Γιατί όταν χώρισα με τη πρώτη μου κανονική σχέση μετά από 4 χρόνια, με πλησίασε ξανά η κόλαση στα 26 με τη μορφή ενός άλλου ψυχοπαθητικού, του Νίκου.

Τον γνώρισα στην Άρτα μέσω παρέας όπου και δούλευα εκεί. Από τη πρώτη στιγμή με προσέγγισε γιατί ήξερε πολύ καλά πώς να το κάνει. Ακόμα θυμάμαι που μου άφησε επάνω στο αμάξι μου ένα ροζ τριαντάφυλλο γραμμένο πάνω του το κινητό του ή που ερχόταν κάτω από το σπίτι μου να με κεράσει καφέ χωρίς να του έχω πει που έμενα ακριβώς. Με όλα αυτά και φυσικά και με τα υπονοούμενα της παρέας τα φτιάξαμε. Από τις πρώτες μέρες που είμασταν μαζί άρχισε να με χειραγωγεί, λέγοντάς μου ότι δεν ήμουν ικανή να μαγειρέψω, ότι ήμουν κότα επειδή δεν έπινα όταν βγαίναμε έξω για ποτό και άλλα παρόμοια. Εγώ θέλοντας να του δείξω ότι τίποτα δεν ισχύει από όλα αυτά άρχισα να μεταλλάσσομαι σε ένα άλλο άνθρωπο. Άρχισα να αποδεικνύω ότι είμαι η καλή νοικοκυρά, κάνοντας τραπέζια στην παρέα, να πίνω σε τέτοιο σημείο ώστε να μεθώ μαζί του και να με πηγαίνουν σηκωτή στο σπίτι μου και από εκεί που δεν έβριζα καθόλου, άρχισα να βρίζω χειρότερα και από νταλικέρη. Είχα γίνει ένα τέρας, Δεν αναγνώριζα τον ίδιο μου τον εαυτό. Φυσικά άκουγα και τις όμορφες κουβέντες ότι με ήθελε ότι του άρεσα σα γυναίκα κλπ. και όλο αυτό με έκανε να νιώθω καλά.

Δηλαδή τη μια μέρα ήμουν στον «παράδεισο» και την άλλη στην κόλαση. Κάποια στιγμή όμως ξεκίνησα να καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά όταν άρχισε να φλερτάρει μπροστά μου με την κοπέλα που μας είχε γνωρίσει και κάθε φορά που αναφερόμουν σε αυτό το θέμα με έβγαζε τρελή και ότι όλα αυτά ήταν της φαντασίας μου. Από τότε άλλαξε στάση. Κάθε φορά που βγαίναμε έξω και χάζευα τον κόσμο με κατηγορούσε ότι ξεροκοιτούσα και μάλιστα  φοβόμουν για τη ζωή μου γιατί οδηγούσε επικίνδυνα όταν νεύριαζε. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν βίαιος. Έξω μου έλεγε συνέχεια ότι έπαιζε ξύλο με άλλους και φοβόμουν ότι θα το έκανε και σε μένα, αν και κάποιες φορές με απειλούσε ότι αν ήθελε μπορούσε να μου σπάσει για πλάκα το χέρι μου όταν το έπιανε. Όλη αυτή η κατάσταση με έκανε να φοβάμαι και να θέλω να φύγω αλλά δεν ήξερα πώς. Αυτό όμως που δεν ήξερα ήταν τι επρόκειτο να μου κάνει και πώς ένας άνθρωπος μπορεί να τρελαθεί.

Ένα βράδυ ήρθε στο σπίτι μου για να με δει. Κάποια στιγμή άνοιξε το προφίλ μου στο facebook και είδε μηνύματα που είχα δεχτεί από κάποιον που ήθελε να με γνωρίσει. Τότε ποιος δεν είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Άρχισε να ουρλιάζει και να τσακωνόμαστε όλο το βράδυ. Το πρωί που ξυπνήσαμε ήρθε στο κρεβάτι μου και με βίασε λέγοντας μου ότι αυτό ήταν ένα μάθημα για να μάθω πώς ήταν το one night stand και με ρώτησε αν ήθελα να μάθω πώς ήταν ο έρωτας. Μετά από αυτό έφυγε από το σπίτι μου και ακόμα και τώρα θυμάμαι τον εαυτό μου να κλαίω και να ουρλιάζω σαν σκυλί. Πέρασαν 5 μέρες να είμαι σαν ζόμπι χωρίς να έχω μιλήσει σε κανένα μέχρι που αποφάσισα να δώσω τέλος στη ζωή μου, παίρνοντας χάπια. Ευτυχώς όμως είχα ειδοποιήσει τη μητέρα μου, η οποία πήρε το ΕΚΑΒ και ήρθε και με πήρε. Πήγα στα επείγοντα όπου έκανα και πλύση στομάχου. Τον ειδοποίησαν ότι είχα κάνει απόπειρα να αυτοκτονήσω και εμφανίστηκε στο νοσοκομείο μετά από 3 ώρες για να μου πει ότι εγώ επέλεξα να πεθάνω. Έκατσε μαζί μου μόνο 2 ώρες ενώ τον είχα δηλώσει συνοδό, καθώς δεν είχα φίλους στην Άρτα και έφυγε με τη δικαιολογία ότι πρέπει να πάει σπίτι του. Έμεινα ένα ολόκληρο βράδυ μόνη μου σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου με τα monitor στην καρδιά σκεπτόμενη τι έκανα και πόσο πολύτιμη είναι η ζωή. Την επόμενη μέρα ήρθε για να με δει, μάλλον γιατί φοβόταν μήπως μιλήσω στην αστυνομία και μόλις σιγουρεύτηκε δεν ξαναήρθε να με δει.

Την ίδια μέρα ήρθαν οι γονείς μου να με δουν και θυμάμαι ακόμα και τώρα να τους έχω αγκαλιά και να κλαίμε και οι 3. Έμειναν μαζί μου μέχρι να το ξεπεράσω και φυσικά με τον άνθρωπο αυτό μόλις βγήκα από το νοσοκομείο χώρισα με πολύ άσχημο τρόπο. Τον είδα άλλες 2 φορές στην ίδια πόλη και δεν πρόκειται να ξεχάσω το βλέμμα του με τίποτα. Στο διάστημα αυτό μέχρι να φύγω από την Άρτα, είχα τον φόβο κιόλας μήπως με κλείσουν με εντολή του εισαγγελέα στην ψυχιατρική κλινική των Ιωαννίνων, γιατί όταν έκανα την απόπειρα ειδοποιήθηκε η αστυνομία για να πάρει κατάθεση και φυσικά η υπηρεσία μου. Στην αστυνομία ποτέ δεν είπα την αλήθεια γιατί φοβήθηκα και ευχαριστώ τον Θεό που με βοήθησε ο  αστυνομικός που μου πήρε την κατάθεση να μου πει τι να γράψω ώστε να κλείσει οριστικά η υπόθεση. Κάπως έτσι πέρασαν 3 μήνες γεμάτοι αγωνία και μόνο δίπλα μου ήταν η οικογένεια μου. Μετά από λίγους μήνες έφυγα οριστικά από την Άρτα και αφού αναθεώρησα για τη ζωή μου τόσα πολλά, πόσο σημαντικό είναι που αναπνέουμε και πώς είναι ένα δώρο η ζωή ξεκίνησα ψυχοθεραπεία τον τελευταίο 1,5 χρόνο.

Έχω κάνει πρόοδο στο να αρχίσω να αγαπώ τον εαυτό μου, αν και έχω δουλειά ακόμα. Αρχίζω να βάζω όρια στους άλλους, κάτι που δεν έκανα παλιά και προσπαθώ να είμαι καλά. Έχω τη δουλειά μου, λίγους φίλους και ένα άνθρωπο που είμαστε μαζί εδώ και λίγο καιρό και φυσικά γνωρίζει για όσα πέρασα. Αν κάτι έμαθα από όλα αυτά που πέρασα είναι πώς να αναγνωρίζω τους ψυχοπαθητικούς και φυσικά να τους αποφεύγω, γιατί ακόμα και τώρα με έχουν πλησιάσει αλλά η διαφορά σε σχέση με τότε είναι ότι κάποτε δεν μπορούσα να ξεφύγω από την κόλαση μέσα στην οποία ζούσα. Τώρα όμως μπορώ να τους καταλαβαίνω και να φεύγω πριν μπλέξω μαζί τους. Οι ψυχοπαθητικοί πάντα θα υπάρχουν και θα βρίσκουν αδύναμους ανθρώπους που δεν αγαπάνε τον εαυτό τους και ζητάνε λίγη αγάπη και αποδοχή. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς. Και σίγουρα δεν είμαι αδύναμη μετά από όσα πέρασα, αλλά πιο δυνατή γιατί πέρασα μέσα από τη κόλαση 2 φορές. Τη μια φορά με καθόρισε το πώς να βλέπω τις σχέσεις και πώς να λειτουργώ και να φέρομαι μέσα σε μια σχέση και την άλλη να εκτιμήσω την ίδια τη ζωή μου.

Όσον αφορά και τους 2 αυτούς ανθρώπους έμαθα ότι παντρεύτηκαν και ότι έκαναν παιδιά. Και αν κάτι νιώθω για αυτούς δεν είναι ούτε θυμός ούτε λύπη, αλλά οίκτο γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι κατά βάθος και απλά δεν τον γνωρίζουν ή μπορεί να το γνωρίζουν αλλά δεν μπορούν να κάνουν κάτι για να γίνουν ευτυχισμένοι και έτσι προτιμούν να τυραννούν με κάθε τρόπο τους ανθρώπους που είναι γύρω τους.

Ο Γάμος μου με έναν άντρα που μου μετέδιδε τις τοξίνες του

Παντρεύτηκα διότι μου το όριζε η κοινωνία με τα πρέπει της, «ο προορισμός της γυναίκας είναι ο γάμος».

Από μικρή είχα πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση. Η μητέρα μου πάντα μου υπενθύμιζε πόσο άσχημη και ανόητη ήμουν. Μεγάλωσα με την πεποίθηση ότι δεν άξιζα πολλά πράγματα.

Το σπίτι μου το θεωρούσα ως ένα κατάλυμα για να κοιμάμαι, επειδή δε θα με δέχονταν πουθενά αλλού. Ποτέ δεν ένιωσα δικό μου χώρο ή οικογενειακή θαλπωρή. Μόνο τα αδέλφια μου αισθανόμουν δικά μου άτομα.

Από τα παιδικά μου χρόνια άκουγα τη λέξη «γεροντοκόρη» πολύ συχνά στη γειτονιά. Ήταν για το χωριό μου ένας κακός τίτλος που έπρεπε να αποφύγει κάθε νέα κοπέλα. Αλίμονο στη γυναίκα που μεγάλωνε και δεν μπορούσε να παντρευτεί. Ήταν η κακομοίρα που θα δεχόταν απόρριψη και κοινωνικό αποκλεισμό. Έτσι μου έλεγε η μητέρα μου. Υποστήριζε ότι η γεροντοκόρη δε θα μπορούσε να συμμετέχει σε κοινωνικές εκδηλώσεις, διότι όλες οι γυναίκες θα συνοδεύονταν από τους συζύγους τους και αυτή θα έμενε μπουκάλα. Έτσι μου είχε εμφυτευθεί ο φόβος απόκτησης τίτλου γεροντοκόρης, άρα και απόρριψης.

Στον καιρό της εφηβείας μου είχα πολλές ερωτικές απογοητεύσεις και απορρίψεις. Μου είχε καρφωθεί, ότι κανένας άντρας δεν με έπαιρνε στα σοβαρά, γιατί όπως μου έλεγε η μητέρα μου ήμουν άσχημη και χοντρή και δεν άξιζα.

Από τη μητέρα μου έχω φάει πολύ ξύλο. Ακόμη δεν έχω καταλάβει το λόγο. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένα μικρό παιδάκι κάνει τόσο πολύ κακό, ώστε να αξίζει τέτοια κακοποίηση. Όσο μεγάλωνα με έκανε να πιστεύω ότι όλοι οι άντρες ήθελαν μόνο να με εκμεταλλευτούν και δεν άξιζα να με αγαπήσουν.

Όταν πέρασα νοσηλευτική στη Αθήνα ήμουν πολύ χαρούμενη γιατί θα ζούσα για λίγο ανεξάρτητη, χωρίς αυστηρό γονεϊκό έλεγχο, χωρίς γκρίνια! Θα ζούσα φοιτητική ζωή!!! Δεν το πίστευα!

Όμως ήδη από τον επόμενο μήνα, αντί να χαρώ και να απολαύσω την πολυπόθητη ελευθερία μου, με έτρωγε μέσα μου το γεγονός, ότι κανένας άντρας δεν με ήθελε. Ότι θα έμενα γεροντοκόρη και θα γινόμουν ο περίγελος του χωριού μου!

Είχα βέβαια συνηθίσει και την εξάρτηση μου από τη μητέρα μου, η οποία χαιρόταν να με βλέπει άβουλη και κολλημένη επάνω της. Δεν έκανα τίποτα χωρίς την άδειά της και την έγκρισή της. Πάντα με διέταζε τι πρέπει να κάνω και εγώ απλώς ακολουθούσα πιστά. Δεν έμαθα ποτέ να παίρνω πρωτοβουλίες.

Μέσα σ αυτή την περίεργη φάση μου, ήρθε στη ζωή μου ο Αντώνης που ήταν ο κλώνος της μητέρας μου. Είναι ολόιδιοι. Από τον σφικτό κλοιό της μητέρας μου πέρασα στο σφικτό κλοιό του Αντώνη. Φυσικά η μητέρα μου δεν έπαψε να με ελέγχει ποτέ, ήμουν σκλαβωμένη από δύο δυνάστες!

Όταν γνώρισα τον Αντώνη ήμουν ενθουσιασμένη. Ήταν ο μόνος άντρας που δεν με απέρριψε. Από τις πρώτες ημέρες μου ζήτησε να με παντρευτεί. Πόσο ανακούφιση ένιωσα τότε, γιατί έτσι δε θα αποκτούσα τον τίτλο της γεροντοκόρης, οπότε θα ήμουν αποδεκτή από το χωριό μου και τη μητέρα μου.

Όσο τον γνώριζα καλύτερα τόσο διαπίστωνα την ομοιότητά του με τη μητέρα μου. Στην αρχή αυτό μου άρεσε γιατί μου έκανε ένα οικείο περιβάλλον, γνώριμο από τα παιδικά μου χρόνια.

Παντρευτήκαμε πολύ γρήγορα. Η συμβίωσή μας από τα πρώτα χρόνια μου φαινόταν αφόρητη. Όμως δεν τολμούσα να το ομολογήσω στον εαυτό μου. Όλες οι αποφάσεις για την καθημερινότητα μας λαμβάνονταν μόνο από τον Αντώνη.

Μετά από μερικά χρόνια, άρχισα να νιώθω ότι κάτι με έπνιγε. Όλοι μου λέγανε ότι δεν πρέπει να παραπονιέμαι γιατί τα είχα όλα, έναν άντρα που με αγαπάει, που τα κάνει όλα, για το σπίτι, για μένα και τα παιδιά. Δεν με άφηνε να κάνω τίποτα, δεν επιτρεπόταν εγώ να πάρω καμία απόφαση. Κάποτε, όταν του πρότεινα να συμμετέχω κι εγώ στη διαχείριση των θεμάτων του σπιτιού και στα οικονομικά, έγινε έξαλλος, μου τόνισε ότι έπρεπε να του έχω εμπιστοσύνη και να μην έχω κανένα παράπονο. Μου ξεκαθάρισε ότι μόνο αυτός έπρεπε να διαχειρίζεται τα πάντα, για το καλό των παιδιών μας και του μέλλοντος μας. Εγώ δεν έπρεπε να συμμετέχω στη διαχείριση των οικονομικών μας γιατί δεν είχα εμπειρία, ήμουν ανίκανη και ανόητη και ίσως θα μας οδηγούσα στην καταστροφή.

Ότι ακριβώς μου έλεγε και η μητέρα μου!

Μετά από κάποια χρόνια άρχισα να εργάζομαι. Είχα μεγάλη χαρά τότε. Ποτέ όμως δεν έπιασα στα χέρια μου τα λεφτά που κέρδιζα. Τα έπαιρνε κατευθείαν όλα αυτός. Αυτός κρατούσε την κάρτα της μισθοδοσίας μου, εγώ ούτε το pin δεν γνώριζα. Για να δικαιολογήσει αυτή την ενέργεια, μου έλεγε ότι το έκανε για να πληρώνει αυτός τα πάγια έξοδά μας που τα γνώριζε καλά, θα έκανε και τα απαιτούμενα ψώνια και αν περίσσευε κάτι, θα μου έδινε χαρτζιλίκι. Ακόμη και στο σούπερ μάρκετ πήγαινε εκείνος για να ελέγχει τις προμήθειες του σπιτιού. Εγώ έλεγε ήμουν σπάταλη. Με έκανε να νιώθω τόσο εξαρτημένη από αυτόν, ζούσα μέσα από αυτόν.

Αν τολμούσα να εκφράσω τη γνώμη μου ή να παραπονεθώ για τη συμπεριφορά του ή για οτιδήποτε άλλο με πλήγωνε, τότε γινόταν έξαλλος, ξεσπούσε με άγριες φωνές για να φοβηθώ και να σταματήσω. Ασκούσε ψυχολογική βία. Γενικά ήξερε να με χειρίζεται. Κατάλαβε ότι τον φοβόμουν. Και είναι αλήθεια ότι τον φοβόμουν. Ότι και να του έλεγα, η δική μου πρόταση ή γνώμη ήταν λάθος. Γενικά ήταν αρνητικός σε όλα. Τίποτα θετικό δεν έβλεπε, μόνο απαισιοδοξία έβγαζε. Ο απόλυτα τοξικός άνθρωπος. Και το κακό είναι ότι την τοξικότητα του μου τη μετέδιδε. Αυτή η τοξικότητα με διέλυε.

Το ίδιο έκανε και η μητέρα μου!

Σε όλη τη διάρκεια του γάμου μας, δεν θυμάμαι να απόλαυσα διασκέδαση, ψυχαγωγία, δεν κάναμε ταξίδια που τόσο αγαπούσα, ούτε πηγαίναμε διακοπές. Ήταν όλα αυτά πολύ ακριβά για εκείνον. Πόσο λαχταρούσα να βγούμε για να ακούσουμε μουσική, για φαγητό, για θέατρο! Αλλά δεν του άρεσαν. Και φυσικά ούτε να διανοηθώ να βγω μόνη μου, ούτε να κάνω ταξίδια με φίλες. Με ζήλευε υπερβολικά! Ήταν πολύ ανασφαλής!

Πέρασαν αρκετά χρόνια που καταπίεζα τον εαυτό μου και άρχισα να νιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά. Δεν άντεχα άλλο αυτή την κατάσταση!!

Θυμάμαι όταν κάναμε επισκέψεις σε φίλους του ή σε συγγενείς του και έπαιρνα μέρος στην κουβέντα που γίνονταν, εκείνος πάντα φαινόταν ανήσυχος, νευρικός, πάντα αντέκρουε αυτά που έλεγα, μου μιλούσε άσχημα μπροστά στους τρίτους και ήταν όλο ειρωνεία και προσβολές. Πιστεύω ότι και τότε αυτά τα έκανε από ζήλια.

Κάποια στιγμή ο γάμος για μένα τελείωσε και τότε του ζήτησα να χωρίσουμε. Απορώ κι εγώ που βρήκα το θάρρος!

Ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι τα παιδιά μου υπέφεραν πολύ περισσότερο από μένα και ήμουν εγώ υπεύθυνη για αυτό, γιατί τον άφηνα να αλωνίζει.

Δε θα επέτρεπα σε κανέναν να κάνει τα παιδιά μου δυστυχισμένα!

Τότε λοιπόν αυτός κατάλαβε ότι με έχανε και δεν μπορούσε να κάτι τίποτα για να με κρατήσει κοντά του. Στο μεταξύ του είχα πάρει πίσω και την κάρτα μισθοδοσίας μου και έγινε ακόμη πιο έξαλλος! Φώναζε «δώσε μου τα λεφτά σου». Έχασε τη σκλάβα του!!!

Είμαστε λοιπόν εκείνο τον καιρό σε μια εκρηκτική κατάσταση μέσα στο σπίτι. Ένα βράδυ αποφάσισα για πρώτη φορά να βγω έξω μόνη μου να ξεσκάσω. Αυτός τελευταία, αργούσε πολύ να γυρίσει στο σπίτι, μερικές φορές ξενυχτούσε κι όλας, βρίσκοντας δικαιολογίες, κυρίως ότι είχε πολύ δουλειά. Εγώ ήξερα ότι πολλά βράδια τα περνάει με άλλη γυναίκα. Σε εκείνη λοιπόν την έξοδό μου, αφού ανακάλυψε ότι έλλειπα, θύμωσε τόσο πολύ που έκανε μεγάλη σκηνή μπροστά στα παιδιά. Μου τηλεφωνούσε συνέχεια και με ρωτούσε πού ήμουν για να έρθει κι αυτός. Εγώ δεν του απαντούσα. Όταν επέστρεψα σπίτι και του είπα ότι τελειώσαμε, αυτός τρελάθηκε και άρχισε να με χτυπάει και μετά με κυνηγούσε με πιστόλι. Και όλα αυτά τα έκανε μπροστά στα έντρομα μάτια των παιδιών μου. Ευτυχώς που δεν με σκότωσε. Φοβήθηκα πάρα πολύ. Μέσα στη νύχτα τηλεφώνησα στους γονείς μου και ήρθαν και με πήραν από το σπίτι μαζί με τα παιδιά μου. Έτσι γλίτωσα από τα νύχια του. Την επόμενη κι όλας μέρα επισκέφτηκα το δικηγόρο μου και τον ανέλαβε εκείνος. Έτσι απαλλάχτηκα!

Δεν ξέρω τί πραγματικά έφταιξε. Εγώ, αυτός, η μητέρα μου; Ξέρω όμως ότι αν μεγάλωνα κάτω από διαφορετικές συνθήκες, σίγουρα δε θα τον διάλεγα για σύντροφο και δε θα με ένοιαζε αν θα γινόμουν γεροντοκόρη.

Αυτό που με απασχολεί τώρα είναι να τα βρω με τον εαυτό μου και να επουλώσω όσο μπορώ τα τραύματα των παιδιών μου! Ζητώ ένα τεράστιο συγνώμη από τα παιδιά μου! Ελπίζω να μην είναι αργά για να ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας εγώ και τα παιδιά μου!!

Η μητέρα μου ακόμη ανακατεύεται στη ζωή μας, απλά τώρα έχω τη δύναμη να απορρίπτω τις προτάσεις της.

Βασικός μου στόχος είναι να ανεβάσω την αυτοεκτίμησή μου και να μην είμαι πλέον κακό παράδειγμα για τα παιδιά μου!

Πολλά από τα λάθη μου, νομίζω συνδέονται με το αίσθημα μοναξιάς που ένιωθα τότε. Φοβόμουν τη μοναξιά. Απλά δεν καταλάβαινα ότι η μοναξιά πήγαζε από μέσα μου και δεν είχε να κάνει με τους ανθρώπους που είχα γύρω μου! Μετά το χωρισμό μου ένιωθα μεγάλη μοναξιά. Τώρα όμως θυμάμαι πολύ καλά, ότι μέσα στο γάμο μου ένιωθα μεγαλύτερη μοναξιά. Ενώ είχα ανθρώπους που νοιάζονταν για μένα. Έχω τα παιδιά μου που με λατρεύουν και τα λατρεύω. Το πρόβλημά μου ήταν ότι δεν αγαπούσα και δεν γνώριζα τον εαυτό μου.

Αυτή τη στιγμή δεν αισθάνομαι μοναξιά. Έχω ανθρώπους που με αγαπάνε και τους αγαπώ! Τώρα μπορώ να πω ότι είμαι καλά με τον εαυτό μου και προσπαθώ κάθε μέρα να γίνω καλύτερη, να βρω την ισορροπία μου και την ευτυχία μου!

Ο τοξικός μας εαυτός μας και τα συναισθήματα που μας δημιουργεί, της Ελένης Δινάκη

Τοξικότητα, αδικία, ζήλεια: λέξεις που έχουμε ακούσει όλοι μας στην καθημερινή μας ζωή. Πολλοί από μας μάλιστα έχουν νιώσει αυτά τα αρνητικά συναισθήματα, λίγοι όμως μπορούν να τα αναγνωρίσουν και ακόμα λιγότεροι να μπορέσουν να ξεφύγουν από αυτές τις άσχημες καταστάσεις. Είναι τρία συναισθήματα αλληλένδετα μεταξύ τους. Πραγματικά αν το σκεφτεί κανείς η τοξικότητα μέσα στην οποία ζούμε οι άνθρωποι, γεννάει την αδικία και η αδικία γεννά τη ζήλεια με τη σειρά της, αλλά και η αδικία και κατά συνέπεια η ζήλεια από τη φύση τους είναι τοξικές. Εξάλλου όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα τοξικό κομμάτι μέσα τους. Σε άλλους είναι πιο μεγάλο και σε άλλους είναι πιο μικρό. Το πόσο μεγάλο ή μικρό είναι αυτό το κομμάτι του εαυτού μας εξαρτάται από την αγάπη που έχουμε πάρει από τους δικούς μας. Φυσικά είναι αδιανόητο ένας γονέας να μην αγαπάει το παιδί του και είναι φυσικό όλοι οι γονείς να αγαπάνε τα παιδιά τους. Τι γίνεται όμως αν έχει κάποιος μεγαλώσει με τοξικούς γονείς; Αναπτύσσει πιο εύκολα το τοξικό κομμάτι του εαυτού του και μαθαίνει πως η τοξικότητα είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό και κατά συνέπεια αναζητά τοξικούς ανθρώπους που θα του προσφέρουν αυτή την αίσθηση της ασφάλειας. Το θέμα είναι όμως ότι η τοξικότητα δημιουργεί αδικίες και η αδικία δεν είναι κάτι όμορφο από τη φύση της.

Σε αυτή την κατηγορία των ανθρώπων ανήκω και εγώ. Από μικρή ένιωθα αδικημένη. Προσπαθούσα να βρω  το δίκιο μου και δεν μπορούσα. Φυσικά για αυτό το συναίσθημα της αδικίας ευθύνεται η ίδια μου η μάνα! Η γυναίκα που υποτίθεται με έφερε στον κόσμο, με έβαλε σ’ ένα συνεχή αγώνα να κερδίσω την αγάπη της, κάτι που για τα υπόλοιπα παιδιά είναι δεδομένο. Από τότε που ήμουν παιδί, η μητέρα μου μ’ έκρινε για τα πάντα. Τις παρέες μου, τις επιδόσεις μου, και αργότερα, στην εφηβική και την ενήλικη ζωή μου, για τις ερωτικές μου σχέσεις. Πάντα με έκανε να νιώθω δεύτερη. Ποτέ δεν της άρεσαν οι παρέες μου. Έλεγε ότι έκανα παρέα με άτομα που δεν ήταν στο ίδιο κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο με μένα. Ποτέ δε ρώτησε αν εγώ περνούσα καλά, με αυτές τις παρέες. Ποτέ  δε δέχτηκε ότι μπορεί να έπαιρνα μέτριους βαθμούς. Ποτέ δε με ρώτησε όμως αν ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω. Ποτέ δε δέχτηκε τις επιλογές μου όσον αφορά τις ερωτικές μου σχέσεις. Πάντα θυμάμαι να λέει ότι κάνω λάθος επιλογές και φυσικά όταν έτρωγα τα μούτρα μου, ότι αυτή μου τα έλεγε. Όχι ότι έκανα σωστές επιλογές, αλλά έχω το δικαίωμα να κάνω λάθη και για αυτό δε δέχομαι κριτική από κανένα και φυσικά δε μετανιώνω για τις επιλογές μου, γιατί μέσα από αυτές έμαθα πολλά πράγματα. Όλη αυτή η κατάσταση το να με κριτικάρει συνέχεια για τα πάντα, μου δημιούργησε πολλά άσχημα συναισθήματα που ακόμα και τώρα ως ενήλικας τα κουβαλάω. Νιώθω ακόμα τον φόβο της κριτικής, της τιμωρίας, της απόρριψης και δεν είναι εύκολο καθόλου. Ειλικρινά, αναρωτιέμαι σαν ενήλικας, πόσο άσχημο είναι για ένα παιδί, να νιώθει πάντα δεύτερο, ότι δεν το αγαπάει η μάνα του;

Και το χειρότερο από όλα που μου δημιούργησε, ήταν το αίσθημα της ζήλειας προς 2 αγαπημένα μου πρόσωπα. Το πρώτο πρόσωπο είναι ο ίδιος μου ο αδερφός. Αυτό που θυμάμαι από μικρό παιδί είναι ότι πάντα μου έλεγε ότι τον αγαπάει περισσότερο από εμένα, ότι δεν θα τον φτάσω ποτέ, και πώς ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι δεν τον πιάνω και αυτό είναι κάτι που με πονά ακόμα και τώρα. Επίσης, θυμάμαι να μην τον κριτικάρει για τίποτα, αλλά αντίθετα να περηφανεύεται για τον ίδιο και εγώ σαν το μικρό της οικογένειας να νιώθω ότι είμαι το μαύρο πρόβατο. Όλο αυτό με οδήγησε σε ένα ανταγωνισμό με τον ίδιο μου τον αδερφό να γίνω ίση μαζί του για να με αγαπήσει η μάνα μου. Να προσπαθώ να είμαι καλή σε όλα: στις δουλειές του σπιτιού, στην εργασία μου, στις σπουδές μου, στις παρέες μου και στις ερωτικές μου σχέσεις. Εξαιτίας αυτού του ανταγωνισμού έμαθα να είμαι μια καλή νοικοκυρά, να σπουδάσω, να κάνω ένα μεταπτυχιακό, να μαζεύω διάφορα πιστοποιητικά και σεμινάρια πληροφορικής, αγγλικών και άλλα σχετικά με το επάγγελμά μου, να δουλεύω σαν εκπαιδευτικός, να έχω λίγους φίλους και να κάνω αρκετές ανούσιες σχέσεις. Αυτός ο ανταγωνισμός όμως με έχει κουράσει.

Το άλλο πρόσωπο που ένιωθα ζήλεια, ήταν η παιδική μου φίλη με την οποία χαθήκαμε οριστικά και είναι κάτι που με πονά ακόμα και τώρα. Την ζήλευα όχι με την κακή έννοια ότι ήθελα να πάθει κάτι κακό, αλλά με την έννοια γιατί να μην ήμουν και εγώ μια φορά στη θέση της! Να ήμουν μια φορά και εγώ πρώτη στις παρέες και στις σχέσεις! Στο μόνο που διαφέραμε ήταν οι επιδόσεις στο σχολείο (ήμουν πιο καλή μαθήτρια σε αντίθεση με την ίδια), αλλά πάλι αυτή πήρε τα εύσημα να σηκώσει τη σημαία του σχολείου! Πόσο άδικο για μένα να προσπαθώ να πετύχω και εγώ κάτι καλό στη ζωή μου και να το πετυχαίνει η φίλη μου!! Πόση αδικία ένιωθα που αυτή τα είχε όλα ενώ εγώ τίποτα!! Φυσικά κάναμε λάθη και οι 2 για αυτό και απομακρυνθήκαμε οριστικά. Και όμως όταν απομακρυνθήκαμε στην εφηβεία πάλι ένιωθα αδικημένη γιατί είχε τις παρέες της και ήταν αρεστή στα αγόρια της ηλικίας μας, ενώ εγώ έμεινα μόνη χωρίς παρέες στο σχολικό περιβάλλον και τα αγόρια με αντιμετώπιζαν σαν το μπάζο του σχολείου, μόνο και μόνο επειδή ήμουν ευαίσθητη και ντροπαλή και το κερασάκι στη τούρτα ήταν ότι ήμουν και θύμα μπούλινγκ λόγω της εμφάνισης μου (είχα αποκτήσει γυναικείο σώμα με καμπύλες) και ποτέ δεν τιμωρήθηκαν οι θύτες για όλο αυτό και η τραγική ειρωνεία ήταν ότι ένα από αυτούς τους θύτες ήταν και η παιδική μου φίλη. Παρόλα αυτά συνειδητοποιώ μετά από τόσα χρόνια τι λάθη έκανα με το συγκεκριμένο άτομο, πόσο διαφορετικές ήμασταν, ότι η καθεμία ήταν πρώτη σε άλλους τομείς και ότι έπρεπε να απομακρυνθώ χωρίς να προσπαθήσω να την πληγώσω για τον τρόπο που μου φέρθηκε, γιατί κατάφερα μόνο τον εαυτό μου να πληγώσω και να του κάνω κακό. Δεν ήταν όμως μόνο η παιδική μου φίλη ένα τοξικό άτομο, κάτι που άργησα να καταλάβω.

Αν κάτσω να σκεφτώ όλα τα τοξικά άτομα που πέρασαν από τη ζωή μου, στο μυαλό μου έρχονται πρώτα από όλα οι συγγενείς μου που με υποτιμούσαν συνέχεια και με κριτικάρανε για τις επιλογές μου, τις παρέες μου και τις επιδόσεις μου. Φυσικά κατάφερα να τους απομακρύνω ως ενήλικας όχι με τον καλύτερο τρόπο βέβαια, αλλά νιώθω πιο καλά που δεν έχω καμία επαφή μαζί τους. Αλλά στο μυαλό μου, το άτομο που έρχεται ως το βασικότερο τοξικό άτομο που υπήρξε και υπάρχει στη ζωή μου, είναι η μητέρα μου και σίγουρα είναι κάτι που δεν το επέλεξε, αλλά το έμαθε από τη γιαγιά μου και η γιαγιά μου από τη μάνα της και ούτε το καθεξής. Αυτή με έμαθε να ελκύω τοξικά άτομα, είτε στις παρέες είτε στις ερωτικές σχέσεις. Και αυτό συνέβη επειδή θεωρούσα ότι το να ζω σε μια τοξική σχέση είτε φιλική είτε ερωτική είναι κάτι το απολύτως φυσιολογικό.

Βέβαια υπήρχαν στιγμές που καταλάβαινα ότι κάτι δεν πάει καλά. Παρόλα αυτά έκανα παρέα με τοξικά άτομα κυρίως στα εφηβικά μου χρόνια μέχρι να αρχίσω να αναγνωρίζω ότι με το άτομο που έκανα παρέα δεν ταιριάζαμε χωρίς να γνωρίζω τον λόγο. Πολλές φορές δέχτηκα προσβολές και άσχημες συμπεριφορές γιατί φοβόμουν μήπως μείνω μόνη. Στη συνέχεια έκανα υπομονή αλλά όταν έβρισκα ένα λιγότερο τοξικό άτομο να κάνω παρέα μαζί του και με έκανε να νιώθω ασφάλεια χωρίς να με πνίγει με την τοξικότητά του, ήταν πιο εύκολα τα πράγματα να απομακρυνθώ από μόνη μου συνήθως με καβγάδες, αφού έκανα εκρήξεις θυμού. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις που απομακρύνθηκα χωρίς καβγάδες. Δυστυχώς όμως απομάκρυνα και ανθρώπους που μου φέρθηκαν πολύ έντιμα, επειδή δεν ήταν στο ίδιο κοινωνικό ή μορφωτικό επίπεδο με μένα και για αυτό μετανιώνω μέχρι και τώρα, γιατί δε μπόρεσα να προστατέψω τους ανθρώπους που πραγματικά ήταν δίπλα μου και φυσικά γιατί δεν προστάτεψα τον εαυτό μου.

Δεν ήταν το ίδιο εύκολο όμως και στις ερωτικές μου σχέσεις. Πάντα με έλκυαν τοξικά άτομα και πάντα έμπλεκα με άτομα που με κακοποιούσαν είτε λεκτικά, είτε σωματικά είτε σεξουαλικά είτε και ψυχολογικά ακόμα και παρόλο που καταλάβαινα τη νοσηρότητα της κατάστασης έμενα, γιατί είχα ανάγκη από λίγη αγάπη. Είχα ανάγκη να νιώσω την αγάπη που δεν πήρα από τη μητέρα μου. Ένιωθα για χρόνια ολόκληρα ότι βυθιζόμουν μέσα στη θάλασσα και κανείς δεν υπήρχε εκεί έξω να με βοηθήσει, να με τραβήξει έξω από το βυθό στον οποίο είχα μπει. Εξαιτίας όλης αυτής της τοξικότητας που δεν το επέλεξα ποτέ, έμπλεξα με τους ψυχιάτρους και τις διάφορες φαρμακευτικές αγωγές που μου έδιναν για να αντιμετωπίσω την κατάθλιψη, τη μεθοριακού τύπου διαταραχή προσωπικότητας ή ακόμα καλύτερα τη διπολική διαταραχή όπως την είχαν ονομάσει την έλλειψη αγάπης προς τον εαυτό μου και την τοξικότητα μέσα στην οποία ζούσα.

Όλη αυτή η κατάσταση όμως με κούρασε και για να αντιμετωπίσω τον τοξικό μου εαυτό και τον μεγαλύτερο μου φόβο ότι δε θα κάνω ποτέ ένα ευτυχισμένο γάμο και μια ευτυχισμένη οικογένεια, αποφάσισα να ξεκινήσω ψυχοθεραπεία. Μέσα σε ένα χρόνο που κάνω ψυχοθεραπεία με τον Γιάννη Βελίκη, κατάφερα να κόψω τα χάπια μέσα σε μια νύχτα, να έρθω αντιμέτωπη με τον μεγαλύτερο μου φόβο: ότι θα μείνω μόνη για πάντα, και ότι αν παντρευτώ κάποτε, δε θα γίνω ευτυχισμένη, ούτε θα γίνω μια καλή μητέρα και σύζυγος. Επίσης, να συνειδητοποιήσω ότι μπορούσα να είχα παντρευτεί ως τώρα τουλάχιστον 3 φορές και να είχα κάνει οικογένεια, αλλά δε θα ήμουν ευτυχισμένη, γιατί οι προηγούμενές μου σχέσεις, δε με κάλυπταν ούτε ερωτικά, ούτε είχαμε μια βαθιά επικοινωνία, ούτε είχαν την κοινωνική εικόνα, που ήθελα και θέλω στη ζωή μου, με πιο πιθανό αποτέλεσμα να υπήρχε απιστία και χωρισμός στο γάμο. Αλλά ούτε και θα ήμουν μια καλή μαμά, γιατί θα έβγαζα όλα αυτά τα άσχημα συναισθήματα στα παιδιά μου, χωρίς να το θέλω φυσικά. Και το βασικότερο από όλα, που με βοήθησε και με βοηθά ακόμα ήταν να αρχίσω να αγαπώ τον εαυτό μου. Να τον φροντίζω με κάθε τρόπο, με καλή διατροφή, με καθημερινό μπάνιο, με όμορφα ρούχα, με διαλογισμό, με γυμναστική, με το να κρατάω δίπλα μου ανθρώπους που αξίζουν την αγάπη μου, και με το να ψάχνω ένα άνθρωπο, που θα περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου ευτυχισμένη, και να αρχίζω να βρίσκω τις ισορροπίες με τη μητέρα μου μετά από πολλά χρόνια.

Για μένα είναι ήδη μια μικρή νίκη, που η μητέρα μου μού ζήτησε συγγνώμη για το φέρσιμο της κάποιες φορές που με αδίκησε πραγματικά, και για πρώτη φορά αρχίζω να την καταλαβαίνω. Αρχίζω να καταλαβαίνω, ότι ούτε αυτή φταίει για το πώς με μεγάλωσε. Αυτό έμαθε από τη μάνα της και αυτό εφάρμοσε. Δε φταίει σε τίποτα. Με τον τρόπο της με αγαπάει και φυσικά την αγαπάω και εγώ γιατί μητέρα μου είναι, παρόλο που είναι ένας τοξικός άνθρωπος, όπως αγαπώ και τον αδερφό μου και τον πατέρα μου φυσικά και ας είναι τοξικοί άνθρωποι και αυτοί. Οι γονείς μου έτσι μεγάλωσαν και αυτό θεωρούν αγάπη. Ο αδερφός μου παρόλο που μεγάλωσε στο ίδιο περιβάλλον με μένα, δε μπόρεσε να βρει το κουράγιο και τη δύναμη να ξεφύγει από τον δικό του τοξικό εαυτό. Και αυτή είναι η βασική μας διαφορά.

Σε αντίθεση με τον αδερφό μου,  μαθαίνω να περιορίζω όσο μπορώ τον τοξικό μου εαυτό. Σίγουρα δεν είναι εύκολο και υπάρχουν στιγμές που θέλω να τα παρατήσω! Αλλά από την άλλη λέω στον εαυτό μου ότι αυτή τη μάχη θα την κερδίσω και ότι θα γίνω ευτυχισμένη, γιατί αξίζω, όπως όλοι οι άνθρωποι. Ήδη μέσα σε ένα χρόνο αρχίζω και αναγνωρίζω πολύ πιο εύκολα τους τοξικούς ανθρώπους που με πλησιάζουν, και καταφέρνω με συνοπτικές διαδικασίες να τους απομακρύνω. Ξέρω ότι πάντα θα μας πλησιάζουν τοξικοί άνθρωποι, γιατί όλοι μας έχουμε ένα τοξικό εαυτό. Το θέμα είναι πώς τους αναγνωρίζουμε, και πώς τους διαχειριζόμαστε. Με τη βοήθεια του Γιάννη, του συνεργάτη μου, του συμμάχου μου, ήδη έχω καταφέρει πολλά πράγματα και σίγουρα θα καταφέρω ακόμα περισσότερα. Το βασικότερο όμως θα το πετύχω: να αγαπήσω τον εαυτό μου και ότι κάποια μέρα θα κάνω και εγώ ένα ευτυχισμένο γάμο και μια όμορφη οικογένεια, αφού καταφέρω πρώτα την τοξικότητα που υπάρχει στη ζωή μου να την κουμαντάρω. Γιατί η τοξικότητα, η αδικία και η ζήλεια είναι σαν ένα μαύρο σκυλί. Όλοι μας έχουμε αυτό το μαύρο σκυλί που στην αρχή είναι μικρό και διαχειρίσιμο, αλλά αν το αφήσουμε τότε αυτό μεγαλώνει και καταλαμβάνει όλο μας το είναι με αποτέλεσμα να μην αγαπάμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Αν όμως αγαπήσουμε τον εαυτό μας, τη ψυχή μας, γιατί είναι η μόνη που θα μας ακολουθεί για πάντα, θα καταφέρουμε να μικρύνουμε και πάλι αυτό το μαύρο σκυλί και όχι μόνο δε θα είναι ένα τέρας, αλλά θα είναι τόσο μικρό που θα το έχουμε βάλει και λουρί και θα μπορούμε να το ελέγχουμε πολύ πιο εύκολα και να ζούμε ευτυχισμένοι και να βρούμε ένα άνθρωπο που θα ταιριάζουμε μαζί του και θα κάνουμε μια υγιή και όμορφη σχέση είτε φιλική είτε ερωτική.

Ψυχοθεραπεία: το ταξίδι στον εσωτερικό μας κόσμο, της Ελένης Δινάκη

Ψυχοθεραπεία. Μια σύνθετη λέξη η οποία κρύβει ένα μεγάλο νόημα…Ψυχή+ θεραπεία. Η θεραπεία της ψυχής μας από άσχημα συναισθήματα σκέψεις που είτε δημιουργήθηκαν από δική μας υπαιτιότητα είτε μάς τα δημιούργησαν άλλοι. Ωστόσο το αποτέλεσμα πάντα είναι το ίδιο αν δε μπούμε στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας: να νιώθουμε άσχημα για τον εαυτό μας, να μισούμε αυτό που είμαστε και να μην αγαπάμε τα καλά και τα στραβά που έχουμε και αυτό έχει σαν συνέπεια να μην αγαπάνε και οι άλλοι άνθρωποι και να μην θέλουν να είναι δίπλα μας γιατί αυτό που νιώθουμε αυτό ακτινοβολούμε. Πολλά άτομα φοβούνται να κάνουν ψυχοθεραπεία, γιατί νιώθουν ότι είναι τρελοί και όσοι κάνουν, φοβούνται να μιλήσουν στους οικείους του ότι κάνουν, γιατί φοβούνται την κοινωνική κατακραυγή. Δυστυχώς στις μέρες μας το να πηγαίνει κανείς σε ψυχολόγο θεωρείται ταμπού. Σε θεωρούν τρελό ή ότι έχεις ψυχολογικά προβλήματα όταν πηγαίνεις σε κάποιο ψυχολόγο για να πεις τις σκέψεις σου, τα συναισθήματα σου. Κανείς όμως δεν βλέπει το πόσο ωφέλιμο είναι το να κάνεις ψυχοθεραπεία, όταν θες να βρεις τον εαυτό σου που ίσως έχασες στην διαδρομή της ζωής ή ίσως ποτέ δεν είχες ανακαλύψει για διάφορους λόγους. Πρέπει να δοκιμάσεις για να πειστείς ότι έχει αποτελέσματα που δε φαίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη αλλά θέλει καιρό και σίγουρα βασική προϋπόθεση να «δέσεις» με τον ψυχοθεραπευτή σου. Πρέπει να υπάρχει συνεννόηση, επικοινωνία και γενικότερα να δέσουν οι αύρες των δυο ατόμων. Κάτι που συνέβη με μένα και τον δικό μου ψυχοθεραπευτή, τον κύριο Γιάννη Βελίκη.

Πριν 10 μήνες ξεκίνησα το δικό μου ταξίδι στην αναζήτηση του εσωτερικού μου κόσμου. Η αφορμή στάθηκε όταν πριν λίγους μήνες χώρισα με έναν άνθρωπο που δεν άξιζε να είναι δίπλα μου και φυσικά δεν μπορούσα να διαχειριστώ την όλη κατάσταση, καθώς ένιωθα απίστευτο θυμό, θλίψη, οργή και φόβο να προχωρήσω παρακάτω. Εκείνη την περίοδο η λέξη «ψυχολόγος» δεν ήξερα καν ότι υπάρχει και για να πω την αλήθεια δεν πίστευα ότι μπορούσε να με βοηθήσει, καθώς ήμουν σίγουρη ότι μονο οι γιατροί της ψυχής, οι λεγόμενοι «ψυχίατροι» μπορούσαν να με βοηθήσουν. Και φυσικά αυτό γινόταν με φάρμακα, ώστε να μπορέσω να αντιμετωπίσω τους δικούς μου εφιάλτες, τα δικά μου τέρατα, τα οποία είτε άλλοι μου δημιούργησαν από την παιδική μου ηλικία, είτε τα δημιούργησα ακόμα και εγώ. Έτσι μετά τον χωρισμό μου, η ψυχίατρος που με παρακολουθούσε (καθώς είχα δυσκολίες στη συμπεριφορά μου με τους άλλους ανθρώπους) δε μπορούσε να διαχειριστεί την όλη κατάσταση, με αποτέλεσμα να ξεκόψω μαζί της και να απευθυνθώ σε άλλη ψυχίατρο που θα με βοηθούσε να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες της ζωής. Μόνο που δεν υπολόγισα κάτι: οι ψυχίατροι μπορεί να είναι καλοί σε ψυχικές ασθένειες, αλλά δεν είναι καλοί στο να σε βοηθήσουν να τα βρεις με τον εαυτό σου. Και εκτός από αυτό θέλουν να πλουτίζουν δίνοντας σου χάπια. Στη δική μου περίπτωση, οι δικές μου ανασφάλειες ονομάστηκαν για αυτή τη ψυχίατρο διπολική διαταραχή και με έβαλε στο τρυπάκι των αντιψυχωσικών και αντικαταθλιπτικών για αρκετούς μήνες.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα λόγια της: «Δε σου χρυσώνω το χάπι. Εχεις διπολική διαταραχή και πάντα θα είσαι άρρωστη». Μέσα σε αυτά τα λόγια βυθίστηκα στα χάπια που μου έδινε για μισό χρόνο περίπου, χωρίς όμως να αποδεχθώ ποτέ αυτή την κατάσταση. Ήξερα μέσα μου ότι δεν ήμουν μανιοκαταθλιπτική, όπως ήθελε να με λέει. Και κάπως έτσι άρχισα να ψάχνω για κάποιον ψυχολόγο. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι κάποιοι δικοί μου άνθρωποι με πρότειναν να πάω σε κάποιον ψυχολόγο πριν πάω σε αυτή τη ψυχίατρο, αλλά τότε δεν τους άκουσα. Και ο λόγος είναι ότι δεν πίστευα πως ένας ψυχολόγος με το μπλα μπλα μπορεί να σε κάνει να νιώσεις καλύτερα με τον εαυτό σου, παρά μόνο ένας καλός γιατρός. Έτσι, γύρω στα μέσα Σεπτεμβρίου ήρθα σε επαφή με τον Γιάννη Βελίκη κάπως επιφυλακτική, αλλά σκέφτηκα ότι δεν είχα να χάσω τίποτα. Εκείνη τη περίοδο όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, έβλεπα μια Ελένη τελείως χαμένη και άδεια. Ήμουν απόμακρη, δεν έδειχνα τα συναισθήματα μου. Ήμουν ένας άλλος άνθρωπος. Κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και δεν αναγνώριζα το ποια ήμουν. Ήμουν περισσότερο ζωντανή-νεκρή, παρά ζωντανή. Στην αρχή όταν ξεκινήσαμε τις συνεδρίες, θυμάμαι ότι έριχνα πολύ κλάμα, γιατί για πρώτη φορά συνειδητοποιούσα πράγματα για τον εαυτό μου που δεν μπορούσα καν να διανοηθώ και φυσικά δεν παρέλειπα να παίρνω τη φαρμακευτική μου αγωγή που μου είχε συστήσει η ψυχίατρος μου.

Όλα άλλαξαν όμως, τον Δεκέμβριο. Εκεί μετά από 3 μήνες ψυχοθεραπείας, αποφάσισα ότι δε θέλω να έχω την ταμπέλα της διπολικής και από μόνη μου μέσα σε ένα βράδυ έκοψα τα χάπια. Χάπια που έπαιρνα εδώ και 10 χρόνια περίπου. Όλα έγιναν μαγικά μέσα σε ένα βράδυ! Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και είπα ότι θέλω να είμαι ζωντανή και όχι ένα ζόμπι! 10 χρόνια αντικαταθλιπτικών φαρμάκων τελείωσαν μέσα σε ένα βράδυ και φυσικά δεν πήρα και ούτε θέλω να ξαναπάρω χάπια αυτού του είδους στη ζωή μου. Από εκεί και πέρα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Έκανα ακριβώς ότι μου έλεγε ο ψυχοθεραπευτής μου και άρχισα ήδη να βλέπω διαφορά. Και όχι μόνο εγώ, αλλά και οι δικοί μου άνθρωποι που ενώ στην αρχή δεν πίστευαν ότι βοηθάει η ψυχοθεραπεία και γενικότερα ο ψυχολόγος, ενώ υπήρξαν κάποιες φορές που  ήθελαν να σταματήσω όλο αυτόν τον αγώνα που δίνω.

Τώρα βλέπουν διαφορά τεράστια στον τρόπο που σκέφτομαι και γενικότερα στη συμπεριφορά μου και χαίρονται και αυτοί μαζί μου και το καλύτερο είναι ότι τους έχω δίπλα μου. Θέλουν να συνεχίσω το ταξίδι που ξεκίνησα και φυσικά να μη το σταματήσω για κανένα λόγο και με στηρίζουν με κάθε τρόπο που μπορούν. Μετά από 10 μήνες ψυχοθεραπείας και πολύ κόπου, κλάματος, συνειδητοποίησης άρχισα για πρώτη φορά να χαμογελώ ξανά, να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου κάτι που δεν έκανα παλιότερα και γενικότερα να ελκύω και άλλους ανθρώπους δίπλα μου είτε άτομα που δεν γνώριζα είτε ανθρώπους που έφυγαν από κοντά μου γιατί εξέπεμπα τοξικότητα την προηγούμενη περίοδο, αλλά τώρα ξαναγύρισαν στη ζωή μου και με στηρίζουν και αυτά τα άτομα στον αγώνα που δίνω, γιατί το να βρεις τον χαμένο σου εαυτό ένας αγώνας είναι και είμαι σίγουρη ότι κάποια στιγμή θα τον κερδίσω και τότε θα πω ότι είμαι πραγματικά ευτυχισμένη. Ξέρω ότι έχω πολύ δρόμο να διανύσω ακόμα μέχρι το τέρμα και σίγουρα θα υπάρξουν φορές που θα πω ότι τα παρατώ ή θα βάλω τα κλάματα γιατί θα ζορίζομαι, αλλά είμαι σίγουρη ότι στο τέλος θα αγαπήσω την μικρή Ελένη και έτσι θα με αγαπήσουν και άνθρωποι που θα αξίζουν την αγάπη μου και φυσικά να τους αγαπήσω και εγώ.

Όλα αυτά τα οφείλω φυσικά, στον Γιάννη που με εμπιστεύτηκε από τη πρώτη συνεδρία, δε με κατέκρινε ποτέ για όσα σκέφτομαι ή νιώθω, με άκουγε και με ακούει με πολλή προσοχή, με συμβουλεύει και με καθοδηγεί σε κάθε βήμα και φυσικά σε αυτό το ταξίδι που λέγεται ψυχοθεραπεία δεν είμαι μόνη μου, αλλά έχω βρει ένα καλό σύμμαχο και φίλο μαζί. Αν κάτι κατάλαβα από όλη αυτή τη διαδικασία είναι ότι το μέλλον δεν το ορίζει η μοίρα μας, αλλά το μέλλον το φτιάχνουμε εμείς, αρκεί να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να πούμε ότι θέλουμε να την αλλάξουμε και αυτό το είπα σε ένα πολύ δικό μου άτομο που πιστεύει στη μοίρα. Όχι! Το μέλλον μας το φτιάχνουμε εμείς, αρκεί να το θέλουμε και να το πιστέψουμε και όχι η μοίρα. Μόνο τότε θα λειτουργήσει ο νόμος της έλξης και θα ελκύσουμε αυτά που πραγματικά ζητάμε και εγώ αυτά που ζητώ από τη ζωή μου κάποια στιγμή θα τα ελκύσω γιατί θέλω και μπορώ. Ειλικρινά Γιάννη, σε ευχαριστώ που βρέθηκες στο δρόμο μου και με βοηθάς σε όλο αυτό το ταξίδι και τον αγώνα που δίνουμε μαζί είναι λίγο και να είσαι σίγουρος ότι μαζί θα τερματίσουμε τον αγώνα που ξεκινήσαμε παρέα και θα είσαι πολύ περήφανος για μένα που θα τα έχω καταφέρει. Μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου αληθινά σε ευχαριστώ για όσα έχεις κάνει για μένα  ως τώρα, που με βοηθάς και μου συμπαραστέκεσαι. Ειλικρινά σε ευχαριστώ!

Ο ρόλος μου και ο αληθινός μου εαυτός.

Μετά από πολύ καιρό ξαναπιάνω στα χέρια μου στυλό και χαρτί ώστε να γράψω και να μοιραστώ μαζί σας ένα κομμάτι της δικής μου ζωής.

Ήρθε η στιγμή που γίνεσαι μητέρα, έχεις τη δουλειά σου, το σπίτι σου , τον άντρα σου, και όμως ζεις μια ζωή που δεν είναι αυτή που ονειρευόσουν από μικρή, καταλαβαίνεις ότι ζεις μια ζωή που δεν είναι δική σου, υποδύεσαι απλώς ένα ρόλο που σου ανέθεσαν οι γονείς σου και το μετέπειτα  κοινωνικό σου περιβάλλον.

Μισείς τη δουλειά σου αν και κόπιασες να φτάσεις ως εδώ, μακροχρόνιες σπουδές, μεταπτυχιακά, ερευνητικά προγράμματα, επαγγελματική αποκατάσταση ακριβώς πάνω στο αντικείμενό σου εν καιρώ κρίσης. Μόνη σου όλα αυτά, χωρίς τη βοήθεια κανενός. Ήθελες απλώς να δείξεις ότι αξίζεις, ότι μπορείς να τα καταφέρεις να γίνεις κάποια… Πάντα ήξερα ότι δεν ήμουν πλασμένη γι αυτό, άλλο ήταν το όνειρό μου.

Όταν έγινα μάνα αναγκάστηκα να αφήσω το 2 μηνών κοριτσάκι μου και να επιστρέψω στη δουλειά που μισούσα. Μου κόστισε πολύ! Το περιβάλλον ήταν τοξικό. Ένιωθα ότι είχαν ανακαλύψει τις πληγές μου και με μαχαίρωναν καθημερινά. Δεχόμουν ψυχολογική κακοποίηση και δεν ήξερα πως να το χειριστώ, φοβόμουνα μην χάσω τη δουλειά μου και δεν θα μπορούσα να φροντίσω την οικογένειά μου. Ζούσα έναν εφιάλτη τη μέρα και το βράδυ με στοίχειωναν στον ύπνο μου. Σκεφτόμουν, δοκίμαζα διάφορους τρόπους για να το σταματήσω όμως δεν τα κατάφερνα. Δεν έβρισκα το σωστό, πάλευα μέσα μου. Ένιωθα ότι είχα υπογράψει συμβόλαιο θανάτου, κολυμπούσα σε μαύρα νερά και ήμουν αλυσοδεμένη χειροπόδαρα.

Στο παιδί μου δεν μπορούσα να δώσω όλη την αγάπη που ονειρευόμουν. Δεν είχα χαρά μέσα μου για τίποτα για πολλά χρόνια. Έπαιρνα το μωράκι μου αγκαλιά, το χάιδευα, το νανούριζα, το φιλούσα, το φρόντιζα, όμως παρατηρούσα τον εαυτό μου να μην μπορεί να της χαμογελάει. Πάντα ένα δάκρυ κυλούσε από τα μάτια μου. Τη λυπόμουν. Ένιωθα ότι δεν της δίνω όσα ονειρευόμουν να της δώσω συναισθηματικά. Μέσα μου ήμουν άδεια. Την θήλαζα και δάκρυζα, λυπόμουν που ήμουν εγώ η μαμά της. Μου έλειπαν οι στιγμές που έχανα. Έβλεπα τον χρόνο να περνάει και εγώ απλά να παρατηρώ, να χάνω στιγμές που δε θα μπορούσα να ξαναζήσω και έκλαιγα μέσα μου συνέχεια. Η κόρη μου ήταν δική μου και δεν ήταν δική μου, ένιωθα ότι τη μεγαλώνουν άλλοι και όχι εγώ. Με τον άντρα μου ήμασταν ερωτευμένοι, όμως απομακρυνόμασταν όλο και περισσότερο και χάναμε το παιχνίδι. Ο καιρός περνούσε η κόρη μου μεγάλωνε. Κάναμε και δεύτερο παιδί, που και αυτό το άφησα 2 μηνών να το προσέχουν οι παππούδες και εγώ επέστρεψα πίσω στη δουλειά μου δίχως να θέλω.

Παρατηρούσα τη ζωή μου, έπαιζα έναν κακό ρόλο. Με μάλωνα όταν δεν τον έπαιζα καλά, ώσπου μια φίλη μου μίλησε για σένα «ΜΑΝΟΥΛΑ»-ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΡΙΑ ΜΟΥ. Όλα έγινα για κάποιο λόγο, βρήκα μόνη μου αυτή τη φρικτή δουλειά, ώστε να ζήσω όλη αυτή την κακοποίηση για να γνωρίσω τη φίλη μου που μου γνώρισε ΕΣΕΝΑ.

ΕΣΥ μου αποκαλύπτεις τον αληθινό  κόσμο. Στις συνεδρίες μας ανυπομονώ να τα πούμε σαν μάνα και κόρη. Κάθε φορά τις νέες μου γνώσεις τις φυλάω σαν θησαυρό και προσπαθώ να τις εφαρμόζω. Δε γνώριζα ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων γύρω μας φορά μια «πανοπλία» που του τη φόρεσαν άλλοι,  δίχως να το επιλέξει , όπως για παράδειγμα οι γονείς του, το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, το σχολείο. Έτσι και εγώ φοράω τη δική μου σιδερένια-τσιμεντένια πανοπλία, που βαραίνει , κρύβει και απομονώνει τον χαμένο μου αληθινό εαυτό. Η πανοπλία είναι ο ρόλος που παίζει ο αληθινός μου εαυτός.  Σε ευχαριστώ που μου εμφάνισες την βαριά, σκληρή, κρύα και μαύρη «πανοπλία» μου. Τώρα γνωρίζω πόσο σκληρή είναι όμως και πόσο αδύναμη σε κάποια σημεία. Κάθε φορά που βρισκόμαστε,  τα σημεία αυτά τα ψάχνεις και τα ψηλαφείς εσύ ενώ εμένα  μου μαθαίνεις πως να τα αφουγκράζομαι, να τα εκτιμώ και σιγά σιγά, υπομονετικά, σταθερά και επίμονα να τα σπάσω, ώστε κάποια στιγμή να γεμίσω με τρύπες την «πανοπλία» να ξεπροβάλει μέσα από αυτές το φως , η ζεστασιά και η φωτιά για ζωή που έχω μέσα στην ψυχή μου. Μου μαθαίνεις να παλεύω, κάτι που ποτέ δε μου έμαθε κανείς. Εσύ ως πνευματική μου μητέρα προσπαθείς να με ξεφορτώσεις από την βρώμικη πανοπλία που μου φόρτωσε η βιολογική μου μητέρα, ώστε κάποια στιγμή να εμφανιστεί το παιδάκι που κρύβω μέσα μου, να εμφανιστεί ο αληθινός μου εαυτός και να σταματήσει ο ρόλος μου.

Πρώτη φορά στη ζωή μου μαθαίνω ότι έχω ένα παιδάκι μέσα μου. Εσύ μου σύστησες το παιδάκι μέσα μου, που για δεκαετίες το κρατούσα παραμερισμένο, συναισθηματικά ανώριμο, ανάπηρο, ανήμπορο, ντροπαλό, με αίσθημα κατωτερότητας, φοβισμένο, ανήσυχο, τρομαγμένο, πίσω από μια πόρτα κρυμμένο καλά να κλαίει και να παρατηρεί τη ζωή του να τρέχει, τον χρόνο να κυλά, χωρίς όμως να μπορεί να μεγαλώσει. Να μην ξέρει τον τρόπο να μεγαλώσει. Ήρθα κοντά σου ως ένα παιδάκι συναισθηματικής ηλικίας  3 χρονών εγκλωβισμένο σε σώμα  37χρονης, που έπρεπε να δουλεύει, να είναι σύζυγος και να μεγαλώνει και άλλα δυο παιδιά.  Εσύ μου μαθαίνεις πως να μεγαλώνω κάθε μέρα λίγο  λίγο. Σε ευχαριστώ που μου θύμισες το παιδάκι μου, τώρα προσπαθώ να το κρατώ από το χέρι συνέχεια, να το προστατεύω, να  μην το αφήνω μόνο, να το φροντίζω, να το ακούω, να κάνω ό,τι μου λέει και να το κρατώ χαρούμενο, να μιλώ μαζί του και να το τρέφω συναισθηματικά. Προσπαθώ να εφαρμόζω αυτά  που μου λες κάθε φορά στις συνεδρίες μας ώστε να το μεγαλώνω. Τώρα μαθαίνω να μεγαλώνω εμένα και παράλληλα τον γιο μου 2,5 χρονών και την κόρη μου 5,5 χρονών. Παράλληλα με εμένα όμως μεγαλώνει και το παιδάκι του άντρα μου αφού έγινες και δική του πνευματική μητέρα. Χάρη σε εσένα προσπαθούμε να μεγαλώσουμε τα βιολογικά μας παιδιά δίχως πανοπλίες ώστε να ταυτίζεται η συναισθηματική με τη βιολογική τους ηλικία.  Ευελπιστώ κάποια στιγμή και το δικό μου το παιδάκι να φτάσει κοντά στην ηλικία του σώματος που κατοικεί, διώχνοντας μια για πάντα τη φωνή που το μαυρίζει.  Σε ευχαριστώ που μου μαθαίνεις να ξεχωρίζω την μαύρη φωνή που σκοτώνει το παιδάκι μου. Σε ευχαριστώ που μου μαθαίνεις να μην  ακούω τη φωνή που στεναχωρεί το παιδάκι μου, να το προστατεύω. Κάθε φορά που το πετυχαίνω το παιδάκι μου χαίρεται και μεγαλώνει σπιθαμή προς σπιθαμή . Σε ευχαριστώ που μου μαθαίνεις να γίνομαι μητέρα.

Μετά από ενάμιση χρόνο μαζί σου μάνα μου-ψυχοθεραπεύτριά μου, μπορώ και χαίρομαι σιγά  σιγά την κάθε  ημέρα μαζί με τα δύο μου παιδιά και τον υπέροχο, λατρεμένο, μοναδικό και αναντικατάστατο άντρα μου. Εσύ με βοηθάς να σώζω εμένα, τα παιδιά μου, τον γάμο μου , την οικογένειά μου, θέτοντας όρια, λέγοντας όχι όπου πρέπει, αλλάζοντας δουλειά, πραγματοποιώντας το όνειρό μου και ζώντας ως καλλιτέχνις που γεννήθηκα και όχι ως επιστήμονας που με κάνανε. Μακάρι να μου μάθαινε κάποιος στο σχολείο όλα αυτά που μου έμαθες εσύ. Έτσι θα γνώριζα ποια είναι η αληθινή ζωή και θα εκπαίδευα το μυαλό μου,  τον εαυτό μου ώστε να είμαι ευτυχισμένη και όχι απλώς μια καλή μαθήτρια για να αποδείξω στον κόσμο ότι αξίζω.

Σε ευχαριστώ μέσα από την ψυχή μου για όσα μου μαθαίνεις, που είσαι πλάι μου και με μεγαλώνεις. Ήμουν ένα κοριτσάκι μόνο του δίχως μανούλα, τώρα που σε βρήκα δε σε αφήνω ψυχοθεραπεύτριά μου-μανούλα μου γλυκιά Β.Κ.

Με  πολλή αγάπη Σ.Π.

Η δική μου ψυχοθεραπεία

Θεσσαλονίκη, 28/5/2020

Έρχονται στιγμές στη ζωή μας, που, ποτέ, δεν θα τις φανταζόμασταν. Άνθρωποι δυνατοί, μορφωμένοι, με κοινωνική παιδεία, με κύρος και αναγνώριση, ισχυροί, και με τη ζωή τους τακτοποιημένη, που χάνουν τον έλεγχο της αυτοκυριαρχίας τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος είμαι και εγώ.

Είχα την ψευδαίσθηση, μέχρι τη μέση ηλικία μου, πως τα πάντα γύρω μου, τα είχα υπό έλεγχο και απολύτως τακτοποιημένα. Είχα την ψευδαίσθηση, πως η μόρφωση μου, οι επιτυχίες μου οι επαγγελματικές, η καλά δομημένη οικογένεια μου, μου έδιναν δύναμη, και πως όλα έβαιναν καλώς, σαν ένα καλοκαρδισμένο ακριβό ελβετικό ρολόι.

Και εκεί που πιστεύεις πως μπορείς τα πάντα γύρω σου να τα δαμάσεις – αχ, τί αλαζονεία Θεέ μου – έρχονται άνθρωποι και καταστάσεις στη ζωή σου, που σου αλλάζουν πλώρη. Που γεμίζουν μέσα σου τρικυμίες, και το δικό σου καράβι πάλλεται στα κύματα, μέχρι να κρατηθεί να βγει στη στεριά άφθαρτο.

Αλλά τελικά τσακίζεται, βυθίζεται. Και ο βυθός είναι σκοτεινός, μαύρος, και δεν αναγνωρίζεις τίποτα, δεν βλέπεις τίποτα για να μπορέσεις να κρατηθείς από κάπου και να βγεις ξανά στην επιφάνεια, να πάρεις μια μικρή έστω ανάσα. Γιατί θέλεις να ζήσεις, αλλά δεν ξέρεις πώς, ψάχνεις απεγνωσμένα για βοήθεια, σε σένα τον ίδιο, από τους γύρω σου, μάταια όμως. Πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις, όπως όλες τις άλλες φορές. Αλλά αυτή η φορά είναι διαφορετική. Δεν έχεις άλλο δύναμη, έχεις χάσει τον προσανατολισμό σου, την πυξίδα σου, τον εαυτό σου.

Τότε άκουσα τη φράση «γιατί δεν πας σε κάποιον ψυχολόγο;» Δεν είναι πως δεν το έχεις ξανακούσει, περίπου ξέρεις σαν επιστήμη τί είναι, αλλά ποτέ δεν έδωσες τη δέουσα σημασία, γιατί δεν το χρειάστηκες. Γιατί ποτέ ίσως δεν έφτασες στο σημείο, να μην αναγνωρίζεις ποιός είσαι, να νιώθεις τόσο μόνος και αβοήθητος, τόσο μα τόσο απελπισμένος.

Και είναι εκείνη η πόρτα τελικά που δειλά τη χτυπάς και σου ανοίγει την πόρτα για τη ζωή, την πραγματική ζωή. Είναι το μεγαλύτερο, το πιο ακριβό και σημαντικό δώρο που έχεις χαρίσει ποτέ στον εαυτό σου. Ένα δώρο που όλοι μας αξίζει να πάρουμε από πολύ νωρίς στην πορεία της ζωής μας. Μα, αυτό που μας διδάσκουν τα σχολεία μας, η κοινωνία μας, οι κυβερνήσεις μας, είναι να γίνουμε άνθρωποι με γνώσεις στείρες, ξερές, με προσόντα και περγαμηνές, να μάθουμε τη γεωγραφία, τα μαθηματικά, τη γλώσσα, την ιστορία. Τη δική μας όμως προσωπική ιστορία, τον δικό μας κόσμο τον συναισθηματικό, την ψυχή μας και την δύναμη μας, δεν μας τη μαθαίνουν. Είναι γνώσεις άχρηστες, ασήμαντες.

Και όμως, εκεί κρύβεται η μεγαλύτερη αξία. Αν όλοι εκπαιδευόμασταν από μικρή ηλικία να δίνουμε έμφαση στον εσωτερικό μας κόσμο, να αναγνωρίζουμε τα θέλω μας, τα συναισθήματα μας, να μάθουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και πως θέλουμε να πορευτούμε σε αυτή τη ζωή, θα γινόμασταν καλύτεροι άνθρωποι για μας τους ίδιους και για τους άλλους γύρω μας. Ίσως και να μπορούσαμε να γίνουμε μια πιο αληθινή κοινωνία. Όλα αυτά λοιπόν που δεν έμαθες όταν έπρεπε, που δεν στα δίδαξαν γιατί δεν ήξεραν, ή καλύτερα δεν θέλουν, έστω και αργά, είναι ο θησαυρός που ανακαλύπτεις σε ένα δωμάτιο ψυχοθεραπευτή, σε ώρες συνεδριών που περνούν τόσο γρήγορα, και τις αποζητάς όπως του θέρους το χωράφι τη βροχή. Είναι η πρώτη φορά που συναντάς τον εαυτό σου, τα συναισθήματα σου, που τόσο καιρό τα έκρυβες καλά, και τώρα ανοίγει το κουτί της Πανδώρας, το κουτί της ψυχής σου. Φεύγεις αναστατωμένος, σαστισμένος, απορημένος, κλαις, θρηνείς γι αυτό που είσαι, γι αυτά που έζησες, λυπάσαι για όσα ένιωσες, για όσα άφησες να φύγουν χαμένα.

Θυμώνεις και οργίζεσαι, όμως είσαι ΕΣΥ. Είναι ο δικός σου χρόνος, ο μοναδικός, που ταξιδεύεις σε μονοπάτια άγνωστα του κόσμου σου, που ποτέ δεν είδες ή αρνήθηκες και δεν ήθελες να συναντήσεις από φόβο ή άγνοια. Τώρα όμως ξέρεις, τώρα όμως δεν φοβάσαι, δεν απελπίζεσαι, δυναμώνεις, τρέφεσαι, ζωντανεύεις, ΖΕΙΣ. Τώρα μαθαίνεις καινούργιες έννοιες: ελευθερία, προσωπικότητα, ζωή, ΤΩΡΑ. Και έχεις συνοδοιπόρο, έναν άνθρωπο που μόλις λίγο καιρό πριν σου ήταν άγνωστος. Ένας άγνωστος που αμέσως κατάφερε να σε προσεγγίσει, να σε αποδεχτεί όπως είσαι, να μιλήσει στην καρδιά σου, αλλά πάνω απ’ όλα να σ’ ακούσει. Είναι ο καθρέπτης σου. Ο διάλογος με τον εαυτό σου.

Αυτές οι δύο φωνές, οι τόσο δυνατές σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που τις ακούς και σε ακολουθούν μέχρι την επόμενη φορά, μέχρι την επόμενη συνεδρία. Γυρίζεις πίσω σου, κοιτάς πως ξεκίνησες και πάλι δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, αλλά αυτή τη φορά κοιτάς με θαυμασμό. Γιατί τώρα είναι ο πραγματικός σου εαυτός.

Τώρα ίσως και να μπορείς να πεις πως αγγίζεις την ευτυχία. Μια λέξη με δύο έννοιες. Αυτήν, πριν μπεις στο δωμάτιο, πριν ξαπλώσεις στο ντιβάνι του ψυχοθεραπευτή σου. Και ή άλλη, αυτήν που ανακαλύπτεις κάθε μέρα μέσα από τη διαδικασία της ψυχανάλυσης. Γιατί η ζωή δεν είναι πρόβα, να μπορείς να την παίξεις δύο φορές. Είναι δώρο που σου χαρίζεται μόνο μια φορά. Γι’ αυτό ας την παίξουμε, ας την ζήσουμε χωρίς ψευδαισθήσεις, αληθινά.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον ψυχοθεραπευτή μου,  στον δικό μου άνθρωπο.

Ετικέτες: Πώς μπορούν να επηρεάσουν μια ανθρώπινη ψυχή

Μαρτυρία της Ε.Δ.

Ετικέτες….Από τότε που υπήρξε ο άνθρωπος άρχισαν να υπάρχουν οι ετικέτες. Τις ανακάλυψε για να μπορεί να αναγνωρίζει τους άλλους ανθρώπους γύρω του. Άλλες φορές οι ετικέτες έχουν θετικό χαρακτήρα π.χ είσαι όμορφος, έξυπνος κτλ. Και άλλες φορές αρνητικό χαρακτήρα, π.χ. είσαι άσχημος, βλάκας κλπ. Τις περισσότερες φορές αυτές οι ετικέτες έχουν αρνητικό χαρακτήρα και μπορούν να σε στιγματίσουν για πάντα. Έτσι και με μένα. Από τότε που ήμουν μωρό θυμάμαι ότι είχα πάντα μια ταμπέλα να με ακολουθεί. Όσο ήμουν μωρό είχα την ταμπέλα του άρρωστου παιδιού που οι γονείς του φοβόντουσαν για αυτισμό. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου οι γονείς μου με έτρεχαν σε νευρολόγους για να βρουν την αιτία που έκλαιγα συνέχεια και δε μπορούσα να μιλήσω…Εγκεφαλογραφήματα, εξετάσεις και όλα έδειχναν φυσιολογικά. Δεν ήταν όμως φυσιολογική η κατάσταση για τους γονείς μου. Μέχρι που βρέθηκε ένας πολύ γνωστός νευρολόγος στη Θεσσαλονίκη που είπε την αιτία στους γονείς μου: ανωριμότητα του μετωπιαίου λοβού. Θα ωριμάσει φυσικά αλλά θα αργήσει. Έτσι και έγινε. Πέρασαν οχτώ ολόκληρα χρόνια για να μπορέσω να μιλήσω κανονικά. Μέσα σε αυτά το οχτώ χρόνια η μητέρα μου αναγκάστηκε να αφήσει τη δουλειά της για να με κοιτάξει εμένα και πολλές φορές νιώθω ότι εγώ ευθύνομαι για αυτή την κατάσταση. Μέσα σε αυτά τα οχτώ χρόνια που άρχισα να μιλώ οι γονείς μου δέχτηκαν την κριτική από διάφορους εκπαιδευτικούς  και φυσικά ενίσχυσαν την ταμπέλα που είχα. Έλεγαν ότι δεν ήμουν ικανή να φοιτήσω σε κανονικό σχολείο, αλλά σε ειδικό. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν οι λογοθεραπευτές, οι εργοθεραπευτές κλπ., παρά μόνο οι ειδικοί δάσκαλοι. Έτσι με πολύ κόπο αφού έκανα 2 χρόνια στο νηπιαγωγείο πήγα στο δημοτικό.

Εκεί έπαψε να υπάρχει η ταμπέλα του άρρωστου παιδιού. Αλλά άρχισε να υπάρχει μια άλλη ταμπέλα. Η ταμπέλα του φυτού, του συνεσταλμένου παιδιού, του μοναχικού χωρίς πολλές παρέες και φίλους. Ναι ήμουν φυτό γιατί διάβαζα συνέχεια για να μπορέσω να αποκτήσω βάσεις, ναι ήμουν συνεσταλμένο παιδί γιατί δεν είχα αναπτύξει τις κοινωνικές μου δεξιότητες,  οπότε ήταν λογικό να ήμουν και ένα μοναχικό παιδί. Και εκτός από αυτό ήμουν το παιδί που κανείς δεν ήθελε να παίξει και όποτε το έπαιζαν σε ομαδικά παιχνίδια ήταν το «πουλάκι» που κοιτούσαν να ξεφορτωθούν. Αυτές οι ταμπέλες με ακολούθησαν και στο γυμνάσιο με αποτέλεσμα να είμαι συχνά θύμα bulling. Με το που πέρασα όμως στο λύκειο κάποιες ταμπέλες διαφοροποιήθηκαν, άλλες συνέχισαν να υπάρχουν και άλλες προστέθηκαν. Από εκεί που ήμουν ένα φυτό, μοναχικό και συνεσταλμένο παιδί, έγινα ένα παιδί που οι γονείς κι οι συγγενείς του πίστευαν ότι δεν θα πετύχει να σπουδάσει, ένα μπάζο για κάποια αγόρια της ηλικίας μου και «μυξοπαρθένα» για τα υπόλοιπα και για τις «φίλες» μου ένα ψυχανώμαλο, όπως με αποκάλεσε κάποτε μια καλή «φίλη» και γενικότερα ένα κορίτσι που έμπλεκε με λάθος παρέες. Από τότε μπήκα στη διαδικασία να αποδείξω ότι δεν ήμουν τίποτα από όλα αυτά που πίστευαν οι άλλοι για μένα. Διάβαζα συνέχεια και ειδικά στην γ λυκείου για να περάσω στο πανεπιστήμιο, άρχισα να προσέχω τον εαυτό μου όσον αφορά την εμφάνιση και έκανα πέρα όλες τις παρέες που δε με κάλυπταν.

Έτσι κατάφερα και έγινα εκπαιδευτικός (τραγική ειρωνεία!), άρχισαν να με προσέχουν τα αγόρια στο πανεπιστήμιο αφού πρόσεχα την εμφάνιση μου και να αποκτήσω μια καλή παρέα στα φοιτητικά μου χρόνια. Η πληγή όμως είχε δημιουργηθεί από τις ταμπέλες που μου έβαλαν. Έτσι στα 21 μου στο τρίτο έτος της σχολής μου άρχισα να έχω πάρε-δώσε με τους ψυχιάτρους. Η 1η ψυχίατρος που ήταν και ψυχοθεραπεύτρια με έστειλε να κάνω κάποια τεστ προσωπικότητας σε μια ψυχολόγο. Αυτά τα τεστ έδειξαν ότι πάσχω από μεθοριακού τύπου διαταραχή προσωπικότητας. Αυτή ήταν και η πρώτη εκδοχή που άκουγα από τους ειδικούς. Φυσικά δεν ξαναπήγα σε αυτή την ψυχίατρο γιατί δεν υπήρχε επικοινωνία. Πέρασαν 3 χρόνια από τότε που πήγα σε εκείνη την «ειδικό». Μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια κατάφερα να τελειώσω τις σπουδές μου και να αρχίσω να δουλεύω και να έχω μια όμορφη σχέση με ένα άνθρωπο που τον αγαπούσα. Περίμενα να έχω μια όμορφη ζωή όπως όλα τα κορίτσια της ηλικίας μου.

Δεν ήξερα όμως ότι θα αποκτούσα νέα ταμπέλα. Αυτή της καταθλιπτικής. Ναι ήταν αλήθεια γιατί στα 24 πέρασα βαριάς μορφής κατάθλιψης σύμφωνα με τα λεγόμενα του 2ου ψυχιάτρου, ο οποίος ήταν γνωστός στη Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησα να παίρνω αντικαταθλιπτικά και αντιεπιληπτικά για 2 χρόνια και παράλληλα από τα 24 ως τα 32 για οχτώ ολόκληρα χρόνια έκανα ψυχοθεραπεία με την ψυχίατρο που με παρακολουθούσε (στο μεταξύ είχα αλλάξει ψυχίατρο). Υποστήριζε τα ίδια και αυτή με τους προηγούμενους ότι είχα μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας. Όλα αυτά τα χρόνια φυσικά δούλευα κανονικά, είχα αποκτήσει κάποιες παρέες στον τόπο που γεννήθηκα και περιστασιακές παρέες στα μέρη που δούλευα, τελείωσα και ένα μεταπτυχιακό και είχα αρκετές σχέσεις μετά από την 1η μου σχέση που κράτησε 4 χρόνια. Είχα από ότι φαινόταν μια φυσιολογική ζωή: μια δουλειά που μου αρέσει, λίγες παρέες και τελικά ένα σύντροφο που ήθελα να φτιάξω τη ζωή μου μαζί του. Φυσικά η τελευταία μου σχέση με δεχόταν όπως ήμουν και δεν τον πείραζε που έκανα ψυχοθεραπεία και έπαιρνα φάρμακα. Μέχρι που χωρίσαμε, γιατί δεν ταιριάζαμε.

Όταν φυσικά χωρίσαμε ήταν κάτι που δεν άντεξα εκείνη τη στιγμή, γιατί ήταν ένας θάνατος για μένα. Είχαν πεθάνει τα όνειρα που είχα κάνει μαζί του αφού μιλούσαμε για γάμο. Σε εκείνη την έξαλλη κατάσταση της άρνησης της κατάστασης (ένα από τα πρώτα στάδια του πένθους) θυμάμαι που είχα πει στην ψυχίατρό μου-ψυχοθεραπεύτρια ότι σκοπεύω να αυτοκτονήσω (κάτι που είχα επιχειρήσει στα 27 μου μετά από τον βιασμό που δέχτηκα από την σχέση που είχα εκείνο τον καιρό με ένα ψυχοπαθή). Η πρώτη της αντίδραση ήταν όταν το άκουσε να μου πει ότι αν δεν παίρνω τα φάρμακα μου (κάτι που καταλάβαινα ότι δε μου κάνει καλό, αφού είχα αρχίσει να έχω απίστευτα νεύρα και της ζητούσα να μου αλλάξει τη φαρμακευτική αγωγή) θα κάνει αίτηση για να εισαχθώ σε ψυχιατρική κλινική και θα ειδοποιούσε τον πρώην φίλο μου. Έτσι μετά από 8 χρόνια συνεργασίας, άρχισα να χειροτερεύω με τα χάπια που συνέχιζα να παίρνω.

Οι γονείς μου μη γνωρίζοντας τι να κάνουν με πήγαν σε μια άλλη ψυχίατρο (αφού είχα σταματήσει με εκείνη να συνεργάζομαι) η οποία έβγαλε άλλο συμπέρασμα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της έπασχα από διπολική διαταραχή, ότι δε θα μου χρύσωνε το χάπι και ότι ποτέ δε θα γινόμουν καλά. Έτσι τα αντικαταθλιπτικά αντικαταστάθηκαν από αντιψυχωσικά και φυσικά δεν ήθελε να ακούσει για ψυχοθεραπεία. Άρχισα να γίνομαι ένα ζόμπι χωρίς όρεξη για τίποτα, αλλά οι γονείς μου χαίρονταν γιατί με έβλεπαν να μη θυμώνω. Ήξερα όμως μέσα μου ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν αλήθεια. Δεν είχα ψυχιατρικά θέματα, απλά μου έλειπε η αυτοεκτίμηση και η αγάπη την οποία ζητιάνευα από μικρό παιδί και την έδινα απλόχερα. Μετά από μερικούς μήνες αποφάσισα να στηθώ στα πόδια μου και να αρχίσω να αναζητώ ένα καλό ψυχολόγο.

Έτσι βρήκα τον κύριο Γιάννη Βελίκη. Ξεκίνησα μαζί του ψυχοθεραπεία από τον περασμένο Σεπτέμβριο. Αμέσως δέσαμε σαν ψυχοθεραπευτής με πελάτη. Ποτέ μου δεν ντράπηκα να του μιλήσω για όσα ένιωθα και σκεφτόμουν, γιατί ήξερα ότι δε θα με κρίνει ούτε ότι θα με βάλει ταμπέλα και κυρίως γιατί δεν με είδε σαν ΑΡΡΩΣΤΗ, αλλά σαν άνθρωπο που πρέπει να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από τις ταμπέλες που του έβαλαν όλοι οι άλλοι. Μέσα σε τέσσερις μήνες έκοψα και μόνη μου τα χάπια και άρχισα να βλέπω διαφορά στον εαυτό μου, από όσο μου λένε οι άλλοι. Με βλέπουν πολύ πιο ήρεμη, πιο χαλαρή, πιο χαρούμενη. Άρχισα να αγαπώ ελάχιστα τον εαυτό μου κάτι που παλιότερα δεν έκανα, να κρατώ ανθρώπους στη ζωή μου που με αγαπάνε πραγματικά και να ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα βρω έναν άνθρωπο που θα με αγαπάει και θα τον αγαπάω και θα κάνω μαζί του μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Μέχρι όμως να βρω αυτό τον άνθρωπο έχω πολύ δρόμο να διανύσω, αφού πρέπει να ξεπεράσω τις ταμπέλες που μου έβαλαν οι άλλοι για μένα και να αποκτήσω την χαμένη μου αυτοεκτίμηση, την μικρή Ε. που δεν αγαπούσα τόσο καιρό. Δε ξέρω αν τα καταφέρω ποτέ να αγαπήσω τον εαυτό μου, για αυτό που είμαι όμως σίγουρη είναι ότι κανένας δε μπορεί να σου βάλει ταμπέλες αν δεν του επιτρέψεις και ότι ποτέ μου δε θα ξαναπέσω στον βούρκο των χαπιών που μόνο κακό κάνουν και όχι καλό. Γιάννη, ειλικρινά σε ευχαριστώ για όλα!!!

Μια ιστορία θλίψης. Η δική μου…

(στο κείμενο αναφέρομαι στον εαυτο μου στο τριτο προσωπο. Απλα, μου …

Ψυχοπαθητικός: η «κόλαση» μεταμορφωμένη σε άνθρωπο

Λένε ότι εδώ είναι η κόλαση, εδώ είναι και ο παράδεισος. Και όντως είναι …

Ο Γάμος μου με έναν άντρα που μου μετέδιδε τις τοξίνες του

Παντρεύτηκα διότι μου το όριζε η κοινωνία με τα πρέπει της, «ο προορισμός …