Ετικέτα: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Ο τοξικός μας εαυτός μας και τα συναισθήματα που μας δημιουργεί, της Ελένης Δινάκη

Τοξικότητα, αδικία, ζήλεια: λέξεις που έχουμε ακούσει όλοι μας στην καθημερινή μας ζωή. Πολλοί από μας μάλιστα έχουν νιώσει αυτά τα αρνητικά συναισθήματα, λίγοι όμως μπορούν να τα αναγνωρίσουν και ακόμα λιγότεροι να μπορέσουν να ξεφύγουν από αυτές τις άσχημες καταστάσεις. Είναι τρία συναισθήματα αλληλένδετα μεταξύ τους. Πραγματικά αν το σκεφτεί κανείς η τοξικότητα μέσα στην οποία ζούμε οι άνθρωποι, γεννάει την αδικία και η αδικία γεννά τη ζήλεια με τη σειρά της, αλλά και η αδικία και κατά συνέπεια η ζήλεια από τη φύση τους είναι τοξικές. Εξάλλου όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα τοξικό κομμάτι μέσα τους. Σε άλλους είναι πιο μεγάλο και σε άλλους είναι πιο μικρό. Το πόσο μεγάλο ή μικρό είναι αυτό το κομμάτι του εαυτού μας εξαρτάται από την αγάπη που έχουμε πάρει από τους δικούς μας. Φυσικά είναι αδιανόητο ένας γονέας να μην αγαπάει το παιδί του και είναι φυσικό όλοι οι γονείς να αγαπάνε τα παιδιά τους. Τι γίνεται όμως αν έχει κάποιος μεγαλώσει με τοξικούς γονείς; Αναπτύσσει πιο εύκολα το τοξικό κομμάτι του εαυτού του και μαθαίνει πως η τοξικότητα είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό και κατά συνέπεια αναζητά τοξικούς ανθρώπους που θα του προσφέρουν αυτή την αίσθηση της ασφάλειας. Το θέμα είναι όμως ότι η τοξικότητα δημιουργεί αδικίες και η αδικία δεν είναι κάτι όμορφο από τη φύση της.

Σε αυτή την κατηγορία των ανθρώπων ανήκω και εγώ. Από μικρή ένιωθα αδικημένη. Προσπαθούσα να βρω  το δίκιο μου και δεν μπορούσα. Φυσικά για αυτό το συναίσθημα της αδικίας ευθύνεται η ίδια μου η μάνα! Η γυναίκα που υποτίθεται με έφερε στον κόσμο, με έβαλε σ’ ένα συνεχή αγώνα να κερδίσω την αγάπη της, κάτι που για τα υπόλοιπα παιδιά είναι δεδομένο. Από τότε που ήμουν παιδί, η μητέρα μου μ’ έκρινε για τα πάντα. Τις παρέες μου, τις επιδόσεις μου, και αργότερα, στην εφηβική και την ενήλικη ζωή μου, για τις ερωτικές μου σχέσεις. Πάντα με έκανε να νιώθω δεύτερη. Ποτέ δεν της άρεσαν οι παρέες μου. Έλεγε ότι έκανα παρέα με άτομα που δεν ήταν στο ίδιο κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο με μένα. Ποτέ δε ρώτησε αν εγώ περνούσα καλά, με αυτές τις παρέες. Ποτέ  δε δέχτηκε ότι μπορεί να έπαιρνα μέτριους βαθμούς. Ποτέ δε με ρώτησε όμως αν ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω. Ποτέ δε δέχτηκε τις επιλογές μου όσον αφορά τις ερωτικές μου σχέσεις. Πάντα θυμάμαι να λέει ότι κάνω λάθος επιλογές και φυσικά όταν έτρωγα τα μούτρα μου, ότι αυτή μου τα έλεγε. Όχι ότι έκανα σωστές επιλογές, αλλά έχω το δικαίωμα να κάνω λάθη και για αυτό δε δέχομαι κριτική από κανένα και φυσικά δε μετανιώνω για τις επιλογές μου, γιατί μέσα από αυτές έμαθα πολλά πράγματα. Όλη αυτή η κατάσταση το να με κριτικάρει συνέχεια για τα πάντα, μου δημιούργησε πολλά άσχημα συναισθήματα που ακόμα και τώρα ως ενήλικας τα κουβαλάω. Νιώθω ακόμα τον φόβο της κριτικής, της τιμωρίας, της απόρριψης και δεν είναι εύκολο καθόλου. Ειλικρινά, αναρωτιέμαι σαν ενήλικας, πόσο άσχημο είναι για ένα παιδί, να νιώθει πάντα δεύτερο, ότι δεν το αγαπάει η μάνα του;

Και το χειρότερο από όλα που μου δημιούργησε, ήταν το αίσθημα της ζήλειας προς 2 αγαπημένα μου πρόσωπα. Το πρώτο πρόσωπο είναι ο ίδιος μου ο αδερφός. Αυτό που θυμάμαι από μικρό παιδί είναι ότι πάντα μου έλεγε ότι τον αγαπάει περισσότερο από εμένα, ότι δεν θα τον φτάσω ποτέ, και πώς ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι δεν τον πιάνω και αυτό είναι κάτι που με πονά ακόμα και τώρα. Επίσης, θυμάμαι να μην τον κριτικάρει για τίποτα, αλλά αντίθετα να περηφανεύεται για τον ίδιο και εγώ σαν το μικρό της οικογένειας να νιώθω ότι είμαι το μαύρο πρόβατο. Όλο αυτό με οδήγησε σε ένα ανταγωνισμό με τον ίδιο μου τον αδερφό να γίνω ίση μαζί του για να με αγαπήσει η μάνα μου. Να προσπαθώ να είμαι καλή σε όλα: στις δουλειές του σπιτιού, στην εργασία μου, στις σπουδές μου, στις παρέες μου και στις ερωτικές μου σχέσεις. Εξαιτίας αυτού του ανταγωνισμού έμαθα να είμαι μια καλή νοικοκυρά, να σπουδάσω, να κάνω ένα μεταπτυχιακό, να μαζεύω διάφορα πιστοποιητικά και σεμινάρια πληροφορικής, αγγλικών και άλλα σχετικά με το επάγγελμά μου, να δουλεύω σαν εκπαιδευτικός, να έχω λίγους φίλους και να κάνω αρκετές ανούσιες σχέσεις. Αυτός ο ανταγωνισμός όμως με έχει κουράσει.

Το άλλο πρόσωπο που ένιωθα ζήλεια, ήταν η παιδική μου φίλη με την οποία χαθήκαμε οριστικά και είναι κάτι που με πονά ακόμα και τώρα. Την ζήλευα όχι με την κακή έννοια ότι ήθελα να πάθει κάτι κακό, αλλά με την έννοια γιατί να μην ήμουν και εγώ μια φορά στη θέση της! Να ήμουν μια φορά και εγώ πρώτη στις παρέες και στις σχέσεις! Στο μόνο που διαφέραμε ήταν οι επιδόσεις στο σχολείο (ήμουν πιο καλή μαθήτρια σε αντίθεση με την ίδια), αλλά πάλι αυτή πήρε τα εύσημα να σηκώσει τη σημαία του σχολείου! Πόσο άδικο για μένα να προσπαθώ να πετύχω και εγώ κάτι καλό στη ζωή μου και να το πετυχαίνει η φίλη μου!! Πόση αδικία ένιωθα που αυτή τα είχε όλα ενώ εγώ τίποτα!! Φυσικά κάναμε λάθη και οι 2 για αυτό και απομακρυνθήκαμε οριστικά. Και όμως όταν απομακρυνθήκαμε στην εφηβεία πάλι ένιωθα αδικημένη γιατί είχε τις παρέες της και ήταν αρεστή στα αγόρια της ηλικίας μας, ενώ εγώ έμεινα μόνη χωρίς παρέες στο σχολικό περιβάλλον και τα αγόρια με αντιμετώπιζαν σαν το μπάζο του σχολείου, μόνο και μόνο επειδή ήμουν ευαίσθητη και ντροπαλή και το κερασάκι στη τούρτα ήταν ότι ήμουν και θύμα μπούλινγκ λόγω της εμφάνισης μου (είχα αποκτήσει γυναικείο σώμα με καμπύλες) και ποτέ δεν τιμωρήθηκαν οι θύτες για όλο αυτό και η τραγική ειρωνεία ήταν ότι ένα από αυτούς τους θύτες ήταν και η παιδική μου φίλη. Παρόλα αυτά συνειδητοποιώ μετά από τόσα χρόνια τι λάθη έκανα με το συγκεκριμένο άτομο, πόσο διαφορετικές ήμασταν, ότι η καθεμία ήταν πρώτη σε άλλους τομείς και ότι έπρεπε να απομακρυνθώ χωρίς να προσπαθήσω να την πληγώσω για τον τρόπο που μου φέρθηκε, γιατί κατάφερα μόνο τον εαυτό μου να πληγώσω και να του κάνω κακό. Δεν ήταν όμως μόνο η παιδική μου φίλη ένα τοξικό άτομο, κάτι που άργησα να καταλάβω.

Αν κάτσω να σκεφτώ όλα τα τοξικά άτομα που πέρασαν από τη ζωή μου, στο μυαλό μου έρχονται πρώτα από όλα οι συγγενείς μου που με υποτιμούσαν συνέχεια και με κριτικάρανε για τις επιλογές μου, τις παρέες μου και τις επιδόσεις μου. Φυσικά κατάφερα να τους απομακρύνω ως ενήλικας όχι με τον καλύτερο τρόπο βέβαια, αλλά νιώθω πιο καλά που δεν έχω καμία επαφή μαζί τους. Αλλά στο μυαλό μου, το άτομο που έρχεται ως το βασικότερο τοξικό άτομο που υπήρξε και υπάρχει στη ζωή μου, είναι η μητέρα μου και σίγουρα είναι κάτι που δεν το επέλεξε, αλλά το έμαθε από τη γιαγιά μου και η γιαγιά μου από τη μάνα της και ούτε το καθεξής. Αυτή με έμαθε να ελκύω τοξικά άτομα, είτε στις παρέες είτε στις ερωτικές σχέσεις. Και αυτό συνέβη επειδή θεωρούσα ότι το να ζω σε μια τοξική σχέση είτε φιλική είτε ερωτική είναι κάτι το απολύτως φυσιολογικό.

Βέβαια υπήρχαν στιγμές που καταλάβαινα ότι κάτι δεν πάει καλά. Παρόλα αυτά έκανα παρέα με τοξικά άτομα κυρίως στα εφηβικά μου χρόνια μέχρι να αρχίσω να αναγνωρίζω ότι με το άτομο που έκανα παρέα δεν ταιριάζαμε χωρίς να γνωρίζω τον λόγο. Πολλές φορές δέχτηκα προσβολές και άσχημες συμπεριφορές γιατί φοβόμουν μήπως μείνω μόνη. Στη συνέχεια έκανα υπομονή αλλά όταν έβρισκα ένα λιγότερο τοξικό άτομο να κάνω παρέα μαζί του και με έκανε να νιώθω ασφάλεια χωρίς να με πνίγει με την τοξικότητά του, ήταν πιο εύκολα τα πράγματα να απομακρυνθώ από μόνη μου συνήθως με καβγάδες, αφού έκανα εκρήξεις θυμού. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις που απομακρύνθηκα χωρίς καβγάδες. Δυστυχώς όμως απομάκρυνα και ανθρώπους που μου φέρθηκαν πολύ έντιμα, επειδή δεν ήταν στο ίδιο κοινωνικό ή μορφωτικό επίπεδο με μένα και για αυτό μετανιώνω μέχρι και τώρα, γιατί δε μπόρεσα να προστατέψω τους ανθρώπους που πραγματικά ήταν δίπλα μου και φυσικά γιατί δεν προστάτεψα τον εαυτό μου.

Δεν ήταν το ίδιο εύκολο όμως και στις ερωτικές μου σχέσεις. Πάντα με έλκυαν τοξικά άτομα και πάντα έμπλεκα με άτομα που με κακοποιούσαν είτε λεκτικά, είτε σωματικά είτε σεξουαλικά είτε και ψυχολογικά ακόμα και παρόλο που καταλάβαινα τη νοσηρότητα της κατάστασης έμενα, γιατί είχα ανάγκη από λίγη αγάπη. Είχα ανάγκη να νιώσω την αγάπη που δεν πήρα από τη μητέρα μου. Ένιωθα για χρόνια ολόκληρα ότι βυθιζόμουν μέσα στη θάλασσα και κανείς δεν υπήρχε εκεί έξω να με βοηθήσει, να με τραβήξει έξω από το βυθό στον οποίο είχα μπει. Εξαιτίας όλης αυτής της τοξικότητας που δεν το επέλεξα ποτέ, έμπλεξα με τους ψυχιάτρους και τις διάφορες φαρμακευτικές αγωγές που μου έδιναν για να αντιμετωπίσω την κατάθλιψη, τη μεθοριακού τύπου διαταραχή προσωπικότητας ή ακόμα καλύτερα τη διπολική διαταραχή όπως την είχαν ονομάσει την έλλειψη αγάπης προς τον εαυτό μου και την τοξικότητα μέσα στην οποία ζούσα.

Όλη αυτή η κατάσταση όμως με κούρασε και για να αντιμετωπίσω τον τοξικό μου εαυτό και τον μεγαλύτερο μου φόβο ότι δε θα κάνω ποτέ ένα ευτυχισμένο γάμο και μια ευτυχισμένη οικογένεια, αποφάσισα να ξεκινήσω ψυχοθεραπεία. Μέσα σε ένα χρόνο που κάνω ψυχοθεραπεία με τον Γιάννη Βελίκη, κατάφερα να κόψω τα χάπια μέσα σε μια νύχτα, να έρθω αντιμέτωπη με τον μεγαλύτερο μου φόβο: ότι θα μείνω μόνη για πάντα, και ότι αν παντρευτώ κάποτε, δε θα γίνω ευτυχισμένη, ούτε θα γίνω μια καλή μητέρα και σύζυγος. Επίσης, να συνειδητοποιήσω ότι μπορούσα να είχα παντρευτεί ως τώρα τουλάχιστον 3 φορές και να είχα κάνει οικογένεια, αλλά δε θα ήμουν ευτυχισμένη, γιατί οι προηγούμενές μου σχέσεις, δε με κάλυπταν ούτε ερωτικά, ούτε είχαμε μια βαθιά επικοινωνία, ούτε είχαν την κοινωνική εικόνα, που ήθελα και θέλω στη ζωή μου, με πιο πιθανό αποτέλεσμα να υπήρχε απιστία και χωρισμός στο γάμο. Αλλά ούτε και θα ήμουν μια καλή μαμά, γιατί θα έβγαζα όλα αυτά τα άσχημα συναισθήματα στα παιδιά μου, χωρίς να το θέλω φυσικά. Και το βασικότερο από όλα, που με βοήθησε και με βοηθά ακόμα ήταν να αρχίσω να αγαπώ τον εαυτό μου. Να τον φροντίζω με κάθε τρόπο, με καλή διατροφή, με καθημερινό μπάνιο, με όμορφα ρούχα, με διαλογισμό, με γυμναστική, με το να κρατάω δίπλα μου ανθρώπους που αξίζουν την αγάπη μου, και με το να ψάχνω ένα άνθρωπο, που θα περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου ευτυχισμένη, και να αρχίζω να βρίσκω τις ισορροπίες με τη μητέρα μου μετά από πολλά χρόνια.

Για μένα είναι ήδη μια μικρή νίκη, που η μητέρα μου μού ζήτησε συγγνώμη για το φέρσιμο της κάποιες φορές που με αδίκησε πραγματικά, και για πρώτη φορά αρχίζω να την καταλαβαίνω. Αρχίζω να καταλαβαίνω, ότι ούτε αυτή φταίει για το πώς με μεγάλωσε. Αυτό έμαθε από τη μάνα της και αυτό εφάρμοσε. Δε φταίει σε τίποτα. Με τον τρόπο της με αγαπάει και φυσικά την αγαπάω και εγώ γιατί μητέρα μου είναι, παρόλο που είναι ένας τοξικός άνθρωπος, όπως αγαπώ και τον αδερφό μου και τον πατέρα μου φυσικά και ας είναι τοξικοί άνθρωποι και αυτοί. Οι γονείς μου έτσι μεγάλωσαν και αυτό θεωρούν αγάπη. Ο αδερφός μου παρόλο που μεγάλωσε στο ίδιο περιβάλλον με μένα, δε μπόρεσε να βρει το κουράγιο και τη δύναμη να ξεφύγει από τον δικό του τοξικό εαυτό. Και αυτή είναι η βασική μας διαφορά.

Σε αντίθεση με τον αδερφό μου,  μαθαίνω να περιορίζω όσο μπορώ τον τοξικό μου εαυτό. Σίγουρα δεν είναι εύκολο και υπάρχουν στιγμές που θέλω να τα παρατήσω! Αλλά από την άλλη λέω στον εαυτό μου ότι αυτή τη μάχη θα την κερδίσω και ότι θα γίνω ευτυχισμένη, γιατί αξίζω, όπως όλοι οι άνθρωποι. Ήδη μέσα σε ένα χρόνο αρχίζω και αναγνωρίζω πολύ πιο εύκολα τους τοξικούς ανθρώπους που με πλησιάζουν, και καταφέρνω με συνοπτικές διαδικασίες να τους απομακρύνω. Ξέρω ότι πάντα θα μας πλησιάζουν τοξικοί άνθρωποι, γιατί όλοι μας έχουμε ένα τοξικό εαυτό. Το θέμα είναι πώς τους αναγνωρίζουμε, και πώς τους διαχειριζόμαστε. Με τη βοήθεια του Γιάννη, του συνεργάτη μου, του συμμάχου μου, ήδη έχω καταφέρει πολλά πράγματα και σίγουρα θα καταφέρω ακόμα περισσότερα. Το βασικότερο όμως θα το πετύχω: να αγαπήσω τον εαυτό μου και ότι κάποια μέρα θα κάνω και εγώ ένα ευτυχισμένο γάμο και μια όμορφη οικογένεια, αφού καταφέρω πρώτα την τοξικότητα που υπάρχει στη ζωή μου να την κουμαντάρω. Γιατί η τοξικότητα, η αδικία και η ζήλεια είναι σαν ένα μαύρο σκυλί. Όλοι μας έχουμε αυτό το μαύρο σκυλί που στην αρχή είναι μικρό και διαχειρίσιμο, αλλά αν το αφήσουμε τότε αυτό μεγαλώνει και καταλαμβάνει όλο μας το είναι με αποτέλεσμα να μην αγαπάμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Αν όμως αγαπήσουμε τον εαυτό μας, τη ψυχή μας, γιατί είναι η μόνη που θα μας ακολουθεί για πάντα, θα καταφέρουμε να μικρύνουμε και πάλι αυτό το μαύρο σκυλί και όχι μόνο δε θα είναι ένα τέρας, αλλά θα είναι τόσο μικρό που θα το έχουμε βάλει και λουρί και θα μπορούμε να το ελέγχουμε πολύ πιο εύκολα και να ζούμε ευτυχισμένοι και να βρούμε ένα άνθρωπο που θα ταιριάζουμε μαζί του και θα κάνουμε μια υγιή και όμορφη σχέση είτε φιλική είτε ερωτική.

Ψυχοθεραπεία: το ταξίδι στον εσωτερικό μας κόσμο, της Ελένης Δινάκη

Ψυχοθεραπεία. Μια σύνθετη λέξη η οποία κρύβει ένα μεγάλο νόημα…Ψυχή+ θεραπεία. Η θεραπεία της ψυχής μας από άσχημα συναισθήματα σκέψεις που είτε δημιουργήθηκαν από δική μας υπαιτιότητα είτε μάς τα δημιούργησαν άλλοι. Ωστόσο το αποτέλεσμα πάντα είναι το ίδιο αν δε μπούμε στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας: να νιώθουμε άσχημα για τον εαυτό μας, να μισούμε αυτό που είμαστε και να μην αγαπάμε τα καλά και τα στραβά που έχουμε και αυτό έχει σαν συνέπεια να μην αγαπάνε και οι άλλοι άνθρωποι και να μην θέλουν να είναι δίπλα μας γιατί αυτό που νιώθουμε αυτό ακτινοβολούμε. Πολλά άτομα φοβούνται να κάνουν ψυχοθεραπεία, γιατί νιώθουν ότι είναι τρελοί και όσοι κάνουν, φοβούνται να μιλήσουν στους οικείους του ότι κάνουν, γιατί φοβούνται την κοινωνική κατακραυγή. Δυστυχώς στις μέρες μας το να πηγαίνει κανείς σε ψυχολόγο θεωρείται ταμπού. Σε θεωρούν τρελό ή ότι έχεις ψυχολογικά προβλήματα όταν πηγαίνεις σε κάποιο ψυχολόγο για να πεις τις σκέψεις σου, τα συναισθήματα σου. Κανείς όμως δεν βλέπει το πόσο ωφέλιμο είναι το να κάνεις ψυχοθεραπεία, όταν θες να βρεις τον εαυτό σου που ίσως έχασες στην διαδρομή της ζωής ή ίσως ποτέ δεν είχες ανακαλύψει για διάφορους λόγους. Πρέπει να δοκιμάσεις για να πειστείς ότι έχει αποτελέσματα που δε φαίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη αλλά θέλει καιρό και σίγουρα βασική προϋπόθεση να «δέσεις» με τον ψυχοθεραπευτή σου. Πρέπει να υπάρχει συνεννόηση, επικοινωνία και γενικότερα να δέσουν οι αύρες των δυο ατόμων. Κάτι που συνέβη με μένα και τον δικό μου ψυχοθεραπευτή, τον κύριο Γιάννη Βελίκη.

Πριν 10 μήνες ξεκίνησα το δικό μου ταξίδι στην αναζήτηση του εσωτερικού μου κόσμου. Η αφορμή στάθηκε όταν πριν λίγους μήνες χώρισα με έναν άνθρωπο που δεν άξιζε να είναι δίπλα μου και φυσικά δεν μπορούσα να διαχειριστώ την όλη κατάσταση, καθώς ένιωθα απίστευτο θυμό, θλίψη, οργή και φόβο να προχωρήσω παρακάτω. Εκείνη την περίοδο η λέξη «ψυχολόγος» δεν ήξερα καν ότι υπάρχει και για να πω την αλήθεια δεν πίστευα ότι μπορούσε να με βοηθήσει, καθώς ήμουν σίγουρη ότι μονο οι γιατροί της ψυχής, οι λεγόμενοι «ψυχίατροι» μπορούσαν να με βοηθήσουν. Και φυσικά αυτό γινόταν με φάρμακα, ώστε να μπορέσω να αντιμετωπίσω τους δικούς μου εφιάλτες, τα δικά μου τέρατα, τα οποία είτε άλλοι μου δημιούργησαν από την παιδική μου ηλικία, είτε τα δημιούργησα ακόμα και εγώ. Έτσι μετά τον χωρισμό μου, η ψυχίατρος που με παρακολουθούσε (καθώς είχα δυσκολίες στη συμπεριφορά μου με τους άλλους ανθρώπους) δε μπορούσε να διαχειριστεί την όλη κατάσταση, με αποτέλεσμα να ξεκόψω μαζί της και να απευθυνθώ σε άλλη ψυχίατρο που θα με βοηθούσε να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες της ζωής. Μόνο που δεν υπολόγισα κάτι: οι ψυχίατροι μπορεί να είναι καλοί σε ψυχικές ασθένειες, αλλά δεν είναι καλοί στο να σε βοηθήσουν να τα βρεις με τον εαυτό σου. Και εκτός από αυτό θέλουν να πλουτίζουν δίνοντας σου χάπια. Στη δική μου περίπτωση, οι δικές μου ανασφάλειες ονομάστηκαν για αυτή τη ψυχίατρο διπολική διαταραχή και με έβαλε στο τρυπάκι των αντιψυχωσικών και αντικαταθλιπτικών για αρκετούς μήνες.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα λόγια της: «Δε σου χρυσώνω το χάπι. Εχεις διπολική διαταραχή και πάντα θα είσαι άρρωστη». Μέσα σε αυτά τα λόγια βυθίστηκα στα χάπια που μου έδινε για μισό χρόνο περίπου, χωρίς όμως να αποδεχθώ ποτέ αυτή την κατάσταση. Ήξερα μέσα μου ότι δεν ήμουν μανιοκαταθλιπτική, όπως ήθελε να με λέει. Και κάπως έτσι άρχισα να ψάχνω για κάποιον ψυχολόγο. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι κάποιοι δικοί μου άνθρωποι με πρότειναν να πάω σε κάποιον ψυχολόγο πριν πάω σε αυτή τη ψυχίατρο, αλλά τότε δεν τους άκουσα. Και ο λόγος είναι ότι δεν πίστευα πως ένας ψυχολόγος με το μπλα μπλα μπορεί να σε κάνει να νιώσεις καλύτερα με τον εαυτό σου, παρά μόνο ένας καλός γιατρός. Έτσι, γύρω στα μέσα Σεπτεμβρίου ήρθα σε επαφή με τον Γιάννη Βελίκη κάπως επιφυλακτική, αλλά σκέφτηκα ότι δεν είχα να χάσω τίποτα. Εκείνη τη περίοδο όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, έβλεπα μια Ελένη τελείως χαμένη και άδεια. Ήμουν απόμακρη, δεν έδειχνα τα συναισθήματα μου. Ήμουν ένας άλλος άνθρωπος. Κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και δεν αναγνώριζα το ποια ήμουν. Ήμουν περισσότερο ζωντανή-νεκρή, παρά ζωντανή. Στην αρχή όταν ξεκινήσαμε τις συνεδρίες, θυμάμαι ότι έριχνα πολύ κλάμα, γιατί για πρώτη φορά συνειδητοποιούσα πράγματα για τον εαυτό μου που δεν μπορούσα καν να διανοηθώ και φυσικά δεν παρέλειπα να παίρνω τη φαρμακευτική μου αγωγή που μου είχε συστήσει η ψυχίατρος μου.

Όλα άλλαξαν όμως, τον Δεκέμβριο. Εκεί μετά από 3 μήνες ψυχοθεραπείας, αποφάσισα ότι δε θέλω να έχω την ταμπέλα της διπολικής και από μόνη μου μέσα σε ένα βράδυ έκοψα τα χάπια. Χάπια που έπαιρνα εδώ και 10 χρόνια περίπου. Όλα έγιναν μαγικά μέσα σε ένα βράδυ! Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και είπα ότι θέλω να είμαι ζωντανή και όχι ένα ζόμπι! 10 χρόνια αντικαταθλιπτικών φαρμάκων τελείωσαν μέσα σε ένα βράδυ και φυσικά δεν πήρα και ούτε θέλω να ξαναπάρω χάπια αυτού του είδους στη ζωή μου. Από εκεί και πέρα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Έκανα ακριβώς ότι μου έλεγε ο ψυχοθεραπευτής μου και άρχισα ήδη να βλέπω διαφορά. Και όχι μόνο εγώ, αλλά και οι δικοί μου άνθρωποι που ενώ στην αρχή δεν πίστευαν ότι βοηθάει η ψυχοθεραπεία και γενικότερα ο ψυχολόγος, ενώ υπήρξαν κάποιες φορές που  ήθελαν να σταματήσω όλο αυτόν τον αγώνα που δίνω.

Τώρα βλέπουν διαφορά τεράστια στον τρόπο που σκέφτομαι και γενικότερα στη συμπεριφορά μου και χαίρονται και αυτοί μαζί μου και το καλύτερο είναι ότι τους έχω δίπλα μου. Θέλουν να συνεχίσω το ταξίδι που ξεκίνησα και φυσικά να μη το σταματήσω για κανένα λόγο και με στηρίζουν με κάθε τρόπο που μπορούν. Μετά από 10 μήνες ψυχοθεραπείας και πολύ κόπου, κλάματος, συνειδητοποίησης άρχισα για πρώτη φορά να χαμογελώ ξανά, να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου κάτι που δεν έκανα παλιότερα και γενικότερα να ελκύω και άλλους ανθρώπους δίπλα μου είτε άτομα που δεν γνώριζα είτε ανθρώπους που έφυγαν από κοντά μου γιατί εξέπεμπα τοξικότητα την προηγούμενη περίοδο, αλλά τώρα ξαναγύρισαν στη ζωή μου και με στηρίζουν και αυτά τα άτομα στον αγώνα που δίνω, γιατί το να βρεις τον χαμένο σου εαυτό ένας αγώνας είναι και είμαι σίγουρη ότι κάποια στιγμή θα τον κερδίσω και τότε θα πω ότι είμαι πραγματικά ευτυχισμένη. Ξέρω ότι έχω πολύ δρόμο να διανύσω ακόμα μέχρι το τέρμα και σίγουρα θα υπάρξουν φορές που θα πω ότι τα παρατώ ή θα βάλω τα κλάματα γιατί θα ζορίζομαι, αλλά είμαι σίγουρη ότι στο τέλος θα αγαπήσω την μικρή Ελένη και έτσι θα με αγαπήσουν και άνθρωποι που θα αξίζουν την αγάπη μου και φυσικά να τους αγαπήσω και εγώ.

Όλα αυτά τα οφείλω φυσικά, στον Γιάννη που με εμπιστεύτηκε από τη πρώτη συνεδρία, δε με κατέκρινε ποτέ για όσα σκέφτομαι ή νιώθω, με άκουγε και με ακούει με πολλή προσοχή, με συμβουλεύει και με καθοδηγεί σε κάθε βήμα και φυσικά σε αυτό το ταξίδι που λέγεται ψυχοθεραπεία δεν είμαι μόνη μου, αλλά έχω βρει ένα καλό σύμμαχο και φίλο μαζί. Αν κάτι κατάλαβα από όλη αυτή τη διαδικασία είναι ότι το μέλλον δεν το ορίζει η μοίρα μας, αλλά το μέλλον το φτιάχνουμε εμείς, αρκεί να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να πούμε ότι θέλουμε να την αλλάξουμε και αυτό το είπα σε ένα πολύ δικό μου άτομο που πιστεύει στη μοίρα. Όχι! Το μέλλον μας το φτιάχνουμε εμείς, αρκεί να το θέλουμε και να το πιστέψουμε και όχι η μοίρα. Μόνο τότε θα λειτουργήσει ο νόμος της έλξης και θα ελκύσουμε αυτά που πραγματικά ζητάμε και εγώ αυτά που ζητώ από τη ζωή μου κάποια στιγμή θα τα ελκύσω γιατί θέλω και μπορώ. Ειλικρινά Γιάννη, σε ευχαριστώ που βρέθηκες στο δρόμο μου και με βοηθάς σε όλο αυτό το ταξίδι και τον αγώνα που δίνουμε μαζί είναι λίγο και να είσαι σίγουρος ότι μαζί θα τερματίσουμε τον αγώνα που ξεκινήσαμε παρέα και θα είσαι πολύ περήφανος για μένα που θα τα έχω καταφέρει. Μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου αληθινά σε ευχαριστώ για όσα έχεις κάνει για μένα  ως τώρα, που με βοηθάς και μου συμπαραστέκεσαι. Ειλικρινά σε ευχαριστώ!

Ο ρόλος μου και ο αληθινός μου εαυτός.

Μετά από πολύ καιρό ξαναπιάνω στα χέρια μου στυλό και χαρτί ώστε να γράψω και να μοιραστώ μαζί σας ένα κομμάτι της δικής μου ζωής.

Ήρθε η στιγμή που γίνεσαι μητέρα, έχεις τη δουλειά σου, το σπίτι σου , τον άντρα σου, και όμως ζεις μια ζωή που δεν είναι αυτή που ονειρευόσουν από μικρή, καταλαβαίνεις ότι ζεις μια ζωή που δεν είναι δική σου, υποδύεσαι απλώς ένα ρόλο που σου ανέθεσαν οι γονείς σου και το μετέπειτα  κοινωνικό σου περιβάλλον.

Μισείς τη δουλειά σου αν και κόπιασες να φτάσεις ως εδώ, μακροχρόνιες σπουδές, μεταπτυχιακά, ερευνητικά προγράμματα, επαγγελματική αποκατάσταση ακριβώς πάνω στο αντικείμενό σου εν καιρώ κρίσης. Μόνη σου όλα αυτά, χωρίς τη βοήθεια κανενός. Ήθελες απλώς να δείξεις ότι αξίζεις, ότι μπορείς να τα καταφέρεις να γίνεις κάποια… Πάντα ήξερα ότι δεν ήμουν πλασμένη γι αυτό, άλλο ήταν το όνειρό μου.

Όταν έγινα μάνα αναγκάστηκα να αφήσω το 2 μηνών κοριτσάκι μου και να επιστρέψω στη δουλειά που μισούσα. Μου κόστισε πολύ! Το περιβάλλον ήταν τοξικό. Ένιωθα ότι είχαν ανακαλύψει τις πληγές μου και με μαχαίρωναν καθημερινά. Δεχόμουν ψυχολογική κακοποίηση και δεν ήξερα πως να το χειριστώ, φοβόμουνα μην χάσω τη δουλειά μου και δεν θα μπορούσα να φροντίσω την οικογένειά μου. Ζούσα έναν εφιάλτη τη μέρα και το βράδυ με στοίχειωναν στον ύπνο μου. Σκεφτόμουν, δοκίμαζα διάφορους τρόπους για να το σταματήσω όμως δεν τα κατάφερνα. Δεν έβρισκα το σωστό, πάλευα μέσα μου. Ένιωθα ότι είχα υπογράψει συμβόλαιο θανάτου, κολυμπούσα σε μαύρα νερά και ήμουν αλυσοδεμένη χειροπόδαρα.

Στο παιδί μου δεν μπορούσα να δώσω όλη την αγάπη που ονειρευόμουν. Δεν είχα χαρά μέσα μου για τίποτα για πολλά χρόνια. Έπαιρνα το μωράκι μου αγκαλιά, το χάιδευα, το νανούριζα, το φιλούσα, το φρόντιζα, όμως παρατηρούσα τον εαυτό μου να μην μπορεί να της χαμογελάει. Πάντα ένα δάκρυ κυλούσε από τα μάτια μου. Τη λυπόμουν. Ένιωθα ότι δεν της δίνω όσα ονειρευόμουν να της δώσω συναισθηματικά. Μέσα μου ήμουν άδεια. Την θήλαζα και δάκρυζα, λυπόμουν που ήμουν εγώ η μαμά της. Μου έλειπαν οι στιγμές που έχανα. Έβλεπα τον χρόνο να περνάει και εγώ απλά να παρατηρώ, να χάνω στιγμές που δε θα μπορούσα να ξαναζήσω και έκλαιγα μέσα μου συνέχεια. Η κόρη μου ήταν δική μου και δεν ήταν δική μου, ένιωθα ότι τη μεγαλώνουν άλλοι και όχι εγώ. Με τον άντρα μου ήμασταν ερωτευμένοι, όμως απομακρυνόμασταν όλο και περισσότερο και χάναμε το παιχνίδι. Ο καιρός περνούσε η κόρη μου μεγάλωνε. Κάναμε και δεύτερο παιδί, που και αυτό το άφησα 2 μηνών να το προσέχουν οι παππούδες και εγώ επέστρεψα πίσω στη δουλειά μου δίχως να θέλω.

Παρατηρούσα τη ζωή μου, έπαιζα έναν κακό ρόλο. Με μάλωνα όταν δεν τον έπαιζα καλά, ώσπου μια φίλη μου μίλησε για σένα «ΜΑΝΟΥΛΑ»-ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΡΙΑ ΜΟΥ. Όλα έγινα για κάποιο λόγο, βρήκα μόνη μου αυτή τη φρικτή δουλειά, ώστε να ζήσω όλη αυτή την κακοποίηση για να γνωρίσω τη φίλη μου που μου γνώρισε ΕΣΕΝΑ.

ΕΣΥ μου αποκαλύπτεις τον αληθινό  κόσμο. Στις συνεδρίες μας ανυπομονώ να τα πούμε σαν μάνα και κόρη. Κάθε φορά τις νέες μου γνώσεις τις φυλάω σαν θησαυρό και προσπαθώ να τις εφαρμόζω. Δε γνώριζα ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων γύρω μας φορά μια «πανοπλία» που του τη φόρεσαν άλλοι,  δίχως να το επιλέξει , όπως για παράδειγμα οι γονείς του, το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, το σχολείο. Έτσι και εγώ φοράω τη δική μου σιδερένια-τσιμεντένια πανοπλία, που βαραίνει , κρύβει και απομονώνει τον χαμένο μου αληθινό εαυτό. Η πανοπλία είναι ο ρόλος που παίζει ο αληθινός μου εαυτός.  Σε ευχαριστώ που μου εμφάνισες την βαριά, σκληρή, κρύα και μαύρη «πανοπλία» μου. Τώρα γνωρίζω πόσο σκληρή είναι όμως και πόσο αδύναμη σε κάποια σημεία. Κάθε φορά που βρισκόμαστε,  τα σημεία αυτά τα ψάχνεις και τα ψηλαφείς εσύ ενώ εμένα  μου μαθαίνεις πως να τα αφουγκράζομαι, να τα εκτιμώ και σιγά σιγά, υπομονετικά, σταθερά και επίμονα να τα σπάσω, ώστε κάποια στιγμή να γεμίσω με τρύπες την «πανοπλία» να ξεπροβάλει μέσα από αυτές το φως , η ζεστασιά και η φωτιά για ζωή που έχω μέσα στην ψυχή μου. Μου μαθαίνεις να παλεύω, κάτι που ποτέ δε μου έμαθε κανείς. Εσύ ως πνευματική μου μητέρα προσπαθείς να με ξεφορτώσεις από την βρώμικη πανοπλία που μου φόρτωσε η βιολογική μου μητέρα, ώστε κάποια στιγμή να εμφανιστεί το παιδάκι που κρύβω μέσα μου, να εμφανιστεί ο αληθινός μου εαυτός και να σταματήσει ο ρόλος μου.

Πρώτη φορά στη ζωή μου μαθαίνω ότι έχω ένα παιδάκι μέσα μου. Εσύ μου σύστησες το παιδάκι μέσα μου, που για δεκαετίες το κρατούσα παραμερισμένο, συναισθηματικά ανώριμο, ανάπηρο, ανήμπορο, ντροπαλό, με αίσθημα κατωτερότητας, φοβισμένο, ανήσυχο, τρομαγμένο, πίσω από μια πόρτα κρυμμένο καλά να κλαίει και να παρατηρεί τη ζωή του να τρέχει, τον χρόνο να κυλά, χωρίς όμως να μπορεί να μεγαλώσει. Να μην ξέρει τον τρόπο να μεγαλώσει. Ήρθα κοντά σου ως ένα παιδάκι συναισθηματικής ηλικίας  3 χρονών εγκλωβισμένο σε σώμα  37χρονης, που έπρεπε να δουλεύει, να είναι σύζυγος και να μεγαλώνει και άλλα δυο παιδιά.  Εσύ μου μαθαίνεις πως να μεγαλώνω κάθε μέρα λίγο  λίγο. Σε ευχαριστώ που μου θύμισες το παιδάκι μου, τώρα προσπαθώ να το κρατώ από το χέρι συνέχεια, να το προστατεύω, να  μην το αφήνω μόνο, να το φροντίζω, να το ακούω, να κάνω ό,τι μου λέει και να το κρατώ χαρούμενο, να μιλώ μαζί του και να το τρέφω συναισθηματικά. Προσπαθώ να εφαρμόζω αυτά  που μου λες κάθε φορά στις συνεδρίες μας ώστε να το μεγαλώνω. Τώρα μαθαίνω να μεγαλώνω εμένα και παράλληλα τον γιο μου 2,5 χρονών και την κόρη μου 5,5 χρονών. Παράλληλα με εμένα όμως μεγαλώνει και το παιδάκι του άντρα μου αφού έγινες και δική του πνευματική μητέρα. Χάρη σε εσένα προσπαθούμε να μεγαλώσουμε τα βιολογικά μας παιδιά δίχως πανοπλίες ώστε να ταυτίζεται η συναισθηματική με τη βιολογική τους ηλικία.  Ευελπιστώ κάποια στιγμή και το δικό μου το παιδάκι να φτάσει κοντά στην ηλικία του σώματος που κατοικεί, διώχνοντας μια για πάντα τη φωνή που το μαυρίζει.  Σε ευχαριστώ που μου μαθαίνεις να ξεχωρίζω την μαύρη φωνή που σκοτώνει το παιδάκι μου. Σε ευχαριστώ που μου μαθαίνεις να μην  ακούω τη φωνή που στεναχωρεί το παιδάκι μου, να το προστατεύω. Κάθε φορά που το πετυχαίνω το παιδάκι μου χαίρεται και μεγαλώνει σπιθαμή προς σπιθαμή . Σε ευχαριστώ που μου μαθαίνεις να γίνομαι μητέρα.

Μετά από ενάμιση χρόνο μαζί σου μάνα μου-ψυχοθεραπεύτριά μου, μπορώ και χαίρομαι σιγά  σιγά την κάθε  ημέρα μαζί με τα δύο μου παιδιά και τον υπέροχο, λατρεμένο, μοναδικό και αναντικατάστατο άντρα μου. Εσύ με βοηθάς να σώζω εμένα, τα παιδιά μου, τον γάμο μου , την οικογένειά μου, θέτοντας όρια, λέγοντας όχι όπου πρέπει, αλλάζοντας δουλειά, πραγματοποιώντας το όνειρό μου και ζώντας ως καλλιτέχνις που γεννήθηκα και όχι ως επιστήμονας που με κάνανε. Μακάρι να μου μάθαινε κάποιος στο σχολείο όλα αυτά που μου έμαθες εσύ. Έτσι θα γνώριζα ποια είναι η αληθινή ζωή και θα εκπαίδευα το μυαλό μου,  τον εαυτό μου ώστε να είμαι ευτυχισμένη και όχι απλώς μια καλή μαθήτρια για να αποδείξω στον κόσμο ότι αξίζω.

Σε ευχαριστώ μέσα από την ψυχή μου για όσα μου μαθαίνεις, που είσαι πλάι μου και με μεγαλώνεις. Ήμουν ένα κοριτσάκι μόνο του δίχως μανούλα, τώρα που σε βρήκα δε σε αφήνω ψυχοθεραπεύτριά μου-μανούλα μου γλυκιά Β.Κ.

Με  πολλή αγάπη Σ.Π.

Η δική μου ψυχοθεραπεία

Θεσσαλονίκη, 28/5/2020

Έρχονται στιγμές στη ζωή μας, που, ποτέ, δεν θα τις φανταζόμασταν. Άνθρωποι δυνατοί, μορφωμένοι, με κοινωνική παιδεία, με κύρος και αναγνώριση, ισχυροί, και με τη ζωή τους τακτοποιημένη, που χάνουν τον έλεγχο της αυτοκυριαρχίας τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος είμαι και εγώ.

Είχα την ψευδαίσθηση, μέχρι τη μέση ηλικία μου, πως τα πάντα γύρω μου, τα είχα υπό έλεγχο και απολύτως τακτοποιημένα. Είχα την ψευδαίσθηση, πως η μόρφωση μου, οι επιτυχίες μου οι επαγγελματικές, η καλά δομημένη οικογένεια μου, μου έδιναν δύναμη, και πως όλα έβαιναν καλώς, σαν ένα καλοκαρδισμένο ακριβό ελβετικό ρολόι.

Και εκεί που πιστεύεις πως μπορείς τα πάντα γύρω σου να τα δαμάσεις – αχ, τί αλαζονεία Θεέ μου – έρχονται άνθρωποι και καταστάσεις στη ζωή σου, που σου αλλάζουν πλώρη. Που γεμίζουν μέσα σου τρικυμίες, και το δικό σου καράβι πάλλεται στα κύματα, μέχρι να κρατηθεί να βγει στη στεριά άφθαρτο.

Αλλά τελικά τσακίζεται, βυθίζεται. Και ο βυθός είναι σκοτεινός, μαύρος, και δεν αναγνωρίζεις τίποτα, δεν βλέπεις τίποτα για να μπορέσεις να κρατηθείς από κάπου και να βγεις ξανά στην επιφάνεια, να πάρεις μια μικρή έστω ανάσα. Γιατί θέλεις να ζήσεις, αλλά δεν ξέρεις πώς, ψάχνεις απεγνωσμένα για βοήθεια, σε σένα τον ίδιο, από τους γύρω σου, μάταια όμως. Πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις, όπως όλες τις άλλες φορές. Αλλά αυτή η φορά είναι διαφορετική. Δεν έχεις άλλο δύναμη, έχεις χάσει τον προσανατολισμό σου, την πυξίδα σου, τον εαυτό σου.

Τότε άκουσα τη φράση «γιατί δεν πας σε κάποιον ψυχολόγο;» Δεν είναι πως δεν το έχεις ξανακούσει, περίπου ξέρεις σαν επιστήμη τί είναι, αλλά ποτέ δεν έδωσες τη δέουσα σημασία, γιατί δεν το χρειάστηκες. Γιατί ποτέ ίσως δεν έφτασες στο σημείο, να μην αναγνωρίζεις ποιός είσαι, να νιώθεις τόσο μόνος και αβοήθητος, τόσο μα τόσο απελπισμένος.

Και είναι εκείνη η πόρτα τελικά που δειλά τη χτυπάς και σου ανοίγει την πόρτα για τη ζωή, την πραγματική ζωή. Είναι το μεγαλύτερο, το πιο ακριβό και σημαντικό δώρο που έχεις χαρίσει ποτέ στον εαυτό σου. Ένα δώρο που όλοι μας αξίζει να πάρουμε από πολύ νωρίς στην πορεία της ζωής μας. Μα, αυτό που μας διδάσκουν τα σχολεία μας, η κοινωνία μας, οι κυβερνήσεις μας, είναι να γίνουμε άνθρωποι με γνώσεις στείρες, ξερές, με προσόντα και περγαμηνές, να μάθουμε τη γεωγραφία, τα μαθηματικά, τη γλώσσα, την ιστορία. Τη δική μας όμως προσωπική ιστορία, τον δικό μας κόσμο τον συναισθηματικό, την ψυχή μας και την δύναμη μας, δεν μας τη μαθαίνουν. Είναι γνώσεις άχρηστες, ασήμαντες.

Και όμως, εκεί κρύβεται η μεγαλύτερη αξία. Αν όλοι εκπαιδευόμασταν από μικρή ηλικία να δίνουμε έμφαση στον εσωτερικό μας κόσμο, να αναγνωρίζουμε τα θέλω μας, τα συναισθήματα μας, να μάθουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και πως θέλουμε να πορευτούμε σε αυτή τη ζωή, θα γινόμασταν καλύτεροι άνθρωποι για μας τους ίδιους και για τους άλλους γύρω μας. Ίσως και να μπορούσαμε να γίνουμε μια πιο αληθινή κοινωνία. Όλα αυτά λοιπόν που δεν έμαθες όταν έπρεπε, που δεν στα δίδαξαν γιατί δεν ήξεραν, ή καλύτερα δεν θέλουν, έστω και αργά, είναι ο θησαυρός που ανακαλύπτεις σε ένα δωμάτιο ψυχοθεραπευτή, σε ώρες συνεδριών που περνούν τόσο γρήγορα, και τις αποζητάς όπως του θέρους το χωράφι τη βροχή. Είναι η πρώτη φορά που συναντάς τον εαυτό σου, τα συναισθήματα σου, που τόσο καιρό τα έκρυβες καλά, και τώρα ανοίγει το κουτί της Πανδώρας, το κουτί της ψυχής σου. Φεύγεις αναστατωμένος, σαστισμένος, απορημένος, κλαις, θρηνείς γι αυτό που είσαι, γι αυτά που έζησες, λυπάσαι για όσα ένιωσες, για όσα άφησες να φύγουν χαμένα.

Θυμώνεις και οργίζεσαι, όμως είσαι ΕΣΥ. Είναι ο δικός σου χρόνος, ο μοναδικός, που ταξιδεύεις σε μονοπάτια άγνωστα του κόσμου σου, που ποτέ δεν είδες ή αρνήθηκες και δεν ήθελες να συναντήσεις από φόβο ή άγνοια. Τώρα όμως ξέρεις, τώρα όμως δεν φοβάσαι, δεν απελπίζεσαι, δυναμώνεις, τρέφεσαι, ζωντανεύεις, ΖΕΙΣ. Τώρα μαθαίνεις καινούργιες έννοιες: ελευθερία, προσωπικότητα, ζωή, ΤΩΡΑ. Και έχεις συνοδοιπόρο, έναν άνθρωπο που μόλις λίγο καιρό πριν σου ήταν άγνωστος. Ένας άγνωστος που αμέσως κατάφερε να σε προσεγγίσει, να σε αποδεχτεί όπως είσαι, να μιλήσει στην καρδιά σου, αλλά πάνω απ’ όλα να σ’ ακούσει. Είναι ο καθρέπτης σου. Ο διάλογος με τον εαυτό σου.

Αυτές οι δύο φωνές, οι τόσο δυνατές σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που τις ακούς και σε ακολουθούν μέχρι την επόμενη φορά, μέχρι την επόμενη συνεδρία. Γυρίζεις πίσω σου, κοιτάς πως ξεκίνησες και πάλι δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, αλλά αυτή τη φορά κοιτάς με θαυμασμό. Γιατί τώρα είναι ο πραγματικός σου εαυτός.

Τώρα ίσως και να μπορείς να πεις πως αγγίζεις την ευτυχία. Μια λέξη με δύο έννοιες. Αυτήν, πριν μπεις στο δωμάτιο, πριν ξαπλώσεις στο ντιβάνι του ψυχοθεραπευτή σου. Και ή άλλη, αυτήν που ανακαλύπτεις κάθε μέρα μέσα από τη διαδικασία της ψυχανάλυσης. Γιατί η ζωή δεν είναι πρόβα, να μπορείς να την παίξεις δύο φορές. Είναι δώρο που σου χαρίζεται μόνο μια φορά. Γι’ αυτό ας την παίξουμε, ας την ζήσουμε χωρίς ψευδαισθήσεις, αληθινά.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον ψυχοθεραπευτή μου,  στον δικό μου άνθρωπο.

Ετικέτες: Πώς μπορούν να επηρεάσουν μια ανθρώπινη ψυχή

Μαρτυρία της Ε.Δ.

Ετικέτες….Από τότε που υπήρξε ο άνθρωπος άρχισαν να υπάρχουν οι ετικέτες. Τις ανακάλυψε για να μπορεί να αναγνωρίζει τους άλλους ανθρώπους γύρω του. Άλλες φορές οι ετικέτες έχουν θετικό χαρακτήρα π.χ είσαι όμορφος, έξυπνος κτλ. Και άλλες φορές αρνητικό χαρακτήρα, π.χ. είσαι άσχημος, βλάκας κλπ. Τις περισσότερες φορές αυτές οι ετικέτες έχουν αρνητικό χαρακτήρα και μπορούν να σε στιγματίσουν για πάντα. Έτσι και με μένα. Από τότε που ήμουν μωρό θυμάμαι ότι είχα πάντα μια ταμπέλα να με ακολουθεί. Όσο ήμουν μωρό είχα την ταμπέλα του άρρωστου παιδιού που οι γονείς του φοβόντουσαν για αυτισμό. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου οι γονείς μου με έτρεχαν σε νευρολόγους για να βρουν την αιτία που έκλαιγα συνέχεια και δε μπορούσα να μιλήσω…Εγκεφαλογραφήματα, εξετάσεις και όλα έδειχναν φυσιολογικά. Δεν ήταν όμως φυσιολογική η κατάσταση για τους γονείς μου. Μέχρι που βρέθηκε ένας πολύ γνωστός νευρολόγος στη Θεσσαλονίκη που είπε την αιτία στους γονείς μου: ανωριμότητα του μετωπιαίου λοβού. Θα ωριμάσει φυσικά αλλά θα αργήσει. Έτσι και έγινε. Πέρασαν οχτώ ολόκληρα χρόνια για να μπορέσω να μιλήσω κανονικά. Μέσα σε αυτά το οχτώ χρόνια η μητέρα μου αναγκάστηκε να αφήσει τη δουλειά της για να με κοιτάξει εμένα και πολλές φορές νιώθω ότι εγώ ευθύνομαι για αυτή την κατάσταση. Μέσα σε αυτά τα οχτώ χρόνια που άρχισα να μιλώ οι γονείς μου δέχτηκαν την κριτική από διάφορους εκπαιδευτικούς  και φυσικά ενίσχυσαν την ταμπέλα που είχα. Έλεγαν ότι δεν ήμουν ικανή να φοιτήσω σε κανονικό σχολείο, αλλά σε ειδικό. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν οι λογοθεραπευτές, οι εργοθεραπευτές κλπ., παρά μόνο οι ειδικοί δάσκαλοι. Έτσι με πολύ κόπο αφού έκανα 2 χρόνια στο νηπιαγωγείο πήγα στο δημοτικό.

Εκεί έπαψε να υπάρχει η ταμπέλα του άρρωστου παιδιού. Αλλά άρχισε να υπάρχει μια άλλη ταμπέλα. Η ταμπέλα του φυτού, του συνεσταλμένου παιδιού, του μοναχικού χωρίς πολλές παρέες και φίλους. Ναι ήμουν φυτό γιατί διάβαζα συνέχεια για να μπορέσω να αποκτήσω βάσεις, ναι ήμουν συνεσταλμένο παιδί γιατί δεν είχα αναπτύξει τις κοινωνικές μου δεξιότητες,  οπότε ήταν λογικό να ήμουν και ένα μοναχικό παιδί. Και εκτός από αυτό ήμουν το παιδί που κανείς δεν ήθελε να παίξει και όποτε το έπαιζαν σε ομαδικά παιχνίδια ήταν το «πουλάκι» που κοιτούσαν να ξεφορτωθούν. Αυτές οι ταμπέλες με ακολούθησαν και στο γυμνάσιο με αποτέλεσμα να είμαι συχνά θύμα bulling. Με το που πέρασα όμως στο λύκειο κάποιες ταμπέλες διαφοροποιήθηκαν, άλλες συνέχισαν να υπάρχουν και άλλες προστέθηκαν. Από εκεί που ήμουν ένα φυτό, μοναχικό και συνεσταλμένο παιδί, έγινα ένα παιδί που οι γονείς κι οι συγγενείς του πίστευαν ότι δεν θα πετύχει να σπουδάσει, ένα μπάζο για κάποια αγόρια της ηλικίας μου και «μυξοπαρθένα» για τα υπόλοιπα και για τις «φίλες» μου ένα ψυχανώμαλο, όπως με αποκάλεσε κάποτε μια καλή «φίλη» και γενικότερα ένα κορίτσι που έμπλεκε με λάθος παρέες. Από τότε μπήκα στη διαδικασία να αποδείξω ότι δεν ήμουν τίποτα από όλα αυτά που πίστευαν οι άλλοι για μένα. Διάβαζα συνέχεια και ειδικά στην γ λυκείου για να περάσω στο πανεπιστήμιο, άρχισα να προσέχω τον εαυτό μου όσον αφορά την εμφάνιση και έκανα πέρα όλες τις παρέες που δε με κάλυπταν.

Έτσι κατάφερα και έγινα εκπαιδευτικός (τραγική ειρωνεία!), άρχισαν να με προσέχουν τα αγόρια στο πανεπιστήμιο αφού πρόσεχα την εμφάνιση μου και να αποκτήσω μια καλή παρέα στα φοιτητικά μου χρόνια. Η πληγή όμως είχε δημιουργηθεί από τις ταμπέλες που μου έβαλαν. Έτσι στα 21 μου στο τρίτο έτος της σχολής μου άρχισα να έχω πάρε-δώσε με τους ψυχιάτρους. Η 1η ψυχίατρος που ήταν και ψυχοθεραπεύτρια με έστειλε να κάνω κάποια τεστ προσωπικότητας σε μια ψυχολόγο. Αυτά τα τεστ έδειξαν ότι πάσχω από μεθοριακού τύπου διαταραχή προσωπικότητας. Αυτή ήταν και η πρώτη εκδοχή που άκουγα από τους ειδικούς. Φυσικά δεν ξαναπήγα σε αυτή την ψυχίατρο γιατί δεν υπήρχε επικοινωνία. Πέρασαν 3 χρόνια από τότε που πήγα σε εκείνη την «ειδικό». Μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια κατάφερα να τελειώσω τις σπουδές μου και να αρχίσω να δουλεύω και να έχω μια όμορφη σχέση με ένα άνθρωπο που τον αγαπούσα. Περίμενα να έχω μια όμορφη ζωή όπως όλα τα κορίτσια της ηλικίας μου.

Δεν ήξερα όμως ότι θα αποκτούσα νέα ταμπέλα. Αυτή της καταθλιπτικής. Ναι ήταν αλήθεια γιατί στα 24 πέρασα βαριάς μορφής κατάθλιψης σύμφωνα με τα λεγόμενα του 2ου ψυχιάτρου, ο οποίος ήταν γνωστός στη Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησα να παίρνω αντικαταθλιπτικά και αντιεπιληπτικά για 2 χρόνια και παράλληλα από τα 24 ως τα 32 για οχτώ ολόκληρα χρόνια έκανα ψυχοθεραπεία με την ψυχίατρο που με παρακολουθούσε (στο μεταξύ είχα αλλάξει ψυχίατρο). Υποστήριζε τα ίδια και αυτή με τους προηγούμενους ότι είχα μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας. Όλα αυτά τα χρόνια φυσικά δούλευα κανονικά, είχα αποκτήσει κάποιες παρέες στον τόπο που γεννήθηκα και περιστασιακές παρέες στα μέρη που δούλευα, τελείωσα και ένα μεταπτυχιακό και είχα αρκετές σχέσεις μετά από την 1η μου σχέση που κράτησε 4 χρόνια. Είχα από ότι φαινόταν μια φυσιολογική ζωή: μια δουλειά που μου αρέσει, λίγες παρέες και τελικά ένα σύντροφο που ήθελα να φτιάξω τη ζωή μου μαζί του. Φυσικά η τελευταία μου σχέση με δεχόταν όπως ήμουν και δεν τον πείραζε που έκανα ψυχοθεραπεία και έπαιρνα φάρμακα. Μέχρι που χωρίσαμε, γιατί δεν ταιριάζαμε.

Όταν φυσικά χωρίσαμε ήταν κάτι που δεν άντεξα εκείνη τη στιγμή, γιατί ήταν ένας θάνατος για μένα. Είχαν πεθάνει τα όνειρα που είχα κάνει μαζί του αφού μιλούσαμε για γάμο. Σε εκείνη την έξαλλη κατάσταση της άρνησης της κατάστασης (ένα από τα πρώτα στάδια του πένθους) θυμάμαι που είχα πει στην ψυχίατρό μου-ψυχοθεραπεύτρια ότι σκοπεύω να αυτοκτονήσω (κάτι που είχα επιχειρήσει στα 27 μου μετά από τον βιασμό που δέχτηκα από την σχέση που είχα εκείνο τον καιρό με ένα ψυχοπαθή). Η πρώτη της αντίδραση ήταν όταν το άκουσε να μου πει ότι αν δεν παίρνω τα φάρμακα μου (κάτι που καταλάβαινα ότι δε μου κάνει καλό, αφού είχα αρχίσει να έχω απίστευτα νεύρα και της ζητούσα να μου αλλάξει τη φαρμακευτική αγωγή) θα κάνει αίτηση για να εισαχθώ σε ψυχιατρική κλινική και θα ειδοποιούσε τον πρώην φίλο μου. Έτσι μετά από 8 χρόνια συνεργασίας, άρχισα να χειροτερεύω με τα χάπια που συνέχιζα να παίρνω.

Οι γονείς μου μη γνωρίζοντας τι να κάνουν με πήγαν σε μια άλλη ψυχίατρο (αφού είχα σταματήσει με εκείνη να συνεργάζομαι) η οποία έβγαλε άλλο συμπέρασμα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της έπασχα από διπολική διαταραχή, ότι δε θα μου χρύσωνε το χάπι και ότι ποτέ δε θα γινόμουν καλά. Έτσι τα αντικαταθλιπτικά αντικαταστάθηκαν από αντιψυχωσικά και φυσικά δεν ήθελε να ακούσει για ψυχοθεραπεία. Άρχισα να γίνομαι ένα ζόμπι χωρίς όρεξη για τίποτα, αλλά οι γονείς μου χαίρονταν γιατί με έβλεπαν να μη θυμώνω. Ήξερα όμως μέσα μου ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν αλήθεια. Δεν είχα ψυχιατρικά θέματα, απλά μου έλειπε η αυτοεκτίμηση και η αγάπη την οποία ζητιάνευα από μικρό παιδί και την έδινα απλόχερα. Μετά από μερικούς μήνες αποφάσισα να στηθώ στα πόδια μου και να αρχίσω να αναζητώ ένα καλό ψυχολόγο.

Έτσι βρήκα τον κύριο Γιάννη Βελίκη. Ξεκίνησα μαζί του ψυχοθεραπεία από τον περασμένο Σεπτέμβριο. Αμέσως δέσαμε σαν ψυχοθεραπευτής με πελάτη. Ποτέ μου δεν ντράπηκα να του μιλήσω για όσα ένιωθα και σκεφτόμουν, γιατί ήξερα ότι δε θα με κρίνει ούτε ότι θα με βάλει ταμπέλα και κυρίως γιατί δεν με είδε σαν ΑΡΡΩΣΤΗ, αλλά σαν άνθρωπο που πρέπει να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από τις ταμπέλες που του έβαλαν όλοι οι άλλοι. Μέσα σε τέσσερις μήνες έκοψα και μόνη μου τα χάπια και άρχισα να βλέπω διαφορά στον εαυτό μου, από όσο μου λένε οι άλλοι. Με βλέπουν πολύ πιο ήρεμη, πιο χαλαρή, πιο χαρούμενη. Άρχισα να αγαπώ ελάχιστα τον εαυτό μου κάτι που παλιότερα δεν έκανα, να κρατώ ανθρώπους στη ζωή μου που με αγαπάνε πραγματικά και να ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα βρω έναν άνθρωπο που θα με αγαπάει και θα τον αγαπάω και θα κάνω μαζί του μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Μέχρι όμως να βρω αυτό τον άνθρωπο έχω πολύ δρόμο να διανύσω, αφού πρέπει να ξεπεράσω τις ταμπέλες που μου έβαλαν οι άλλοι για μένα και να αποκτήσω την χαμένη μου αυτοεκτίμηση, την μικρή Ε. που δεν αγαπούσα τόσο καιρό. Δε ξέρω αν τα καταφέρω ποτέ να αγαπήσω τον εαυτό μου, για αυτό που είμαι όμως σίγουρη είναι ότι κανένας δε μπορεί να σου βάλει ταμπέλες αν δεν του επιτρέψεις και ότι ποτέ μου δε θα ξαναπέσω στον βούρκο των χαπιών που μόνο κακό κάνουν και όχι καλό. Γιάννη, ειλικρινά σε ευχαριστώ για όλα!!!

Ο τοξικός μας εαυτός μας και τα συναισθήματα που μας δημιουργεί, της Ελένης Δινάκη

Τοξικότητα, αδικία, ζήλεια: λέξεις που έχουμε ακούσει όλοι μας στην …

Ψυχοθεραπεία: το ταξίδι στον εσωτερικό μας κόσμο, της Ελένης Δινάκη

Ψυχοθεραπεία. Μια σύνθετη λέξη η οποία κρύβει ένα μεγάλο νόημα…Ψυχή+ …

Ο ρόλος μου και ο αληθινός μου εαυτός.

Μετά από πολύ καιρό ξαναπιάνω στα χέρια μου στυλό και χαρτί ώστε να …