Κατηγορία: ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Οι Αιτίες και η Ψυχοθεραπεία στην Κατάθλιψη.

του Dr. Βελίκης Γιάννης

  • Η Κατάθλιψη έχει χαρακτηριστεί ως η μάστιγα του αιώνα, μιας και τα ποσοστά των ανθρώπων με καταθλιπτικά συμπτώματα αυξάνουν με ραγδαίο ρυθμό. Η κατάθλιψη υποβαθμίζει τραγικά τη σωματική υγεία και την ποιότητα ζωής των νοσούντων.
  • Συνήθως αντιμετωπίζεται με αντικαταθλιπτικά  φάρμακα.
  • Ωστόσο η κατάθλιψη δεν θεραπεύεται αποτελεσματικά μόνο με τη φαρμακευτική αγωγή, μιας και πάντα προκαλείται από τρία βασικά συναισθήματα.
  • Τα συναισθήματα και οι συνακόλουθες πεποιθήσεις, που προκαλούν την κατάθλιψη είναι α) αβοηθησία/ είμαι αβοήθητος β) η χαμηλή αυτοεκτίμηση/ είμαι λίγος ή γ) η ενοχή/ είμαι κακός.
  • Η ψυχοθεραπεία που θα μπορέσει να εξομαλύνει αυτά τα συναισθήματα και τις συνακόλουθες πεποιθήσεις, θα θεραπεύσει αυτόματα και την Καταθλιπτική Συμπτωματολογία του ανθρώπου που τη βιώνει.
  • Για να γίνει αυτό θα πρέπει, ο άνθρωπος που το βιώνει, σε πρώτη φάση να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία, με έναν έμπειρο και ικανό ψυχοθεραπευτή που εμπιστεύεται.
  • Σε δεύτερη φάση, θα χρειαστεί να μάθει να χαλαρώνει τα εγκεφαλικά του κύματα, από τα κύματα Β στα κύματα Α, από τα κύματα δηλαδή της επιβίωσης στα κύματα που χουζουρεύουμε, και να είναι συνειδητός.
  • Σε αυτήν τη χαλαρή κατάσταση, με τη βοήθεια του ψυχοθεραπευτή του, θα επεξεργαστεί και θα καταφέρει να μειώσει συναισθήματα και τις  συνακόλουθες πεποιθήσεις, που προκαλούν την κατάθλιψη.

Για περισσότερα δείτε το βίντεο.

Ετικέτες: Πώς μπορούν να επηρεάσουν μια ανθρώπινη ψυχή

Μαρτυρία της Ε.Δ.

Ετικέτες….Από τότε που υπήρξε ο άνθρωπος άρχισαν να υπάρχουν οι ετικέτες. Τις ανακάλυψε για να μπορεί να αναγνωρίζει τους άλλους ανθρώπους γύρω του. Άλλες φορές οι ετικέτες έχουν θετικό χαρακτήρα π.χ είσαι όμορφος, έξυπνος κτλ. Και άλλες φορές αρνητικό χαρακτήρα, π.χ. είσαι άσχημος, βλάκας κλπ. Τις περισσότερες φορές αυτές οι ετικέτες έχουν αρνητικό χαρακτήρα και μπορούν να σε στιγματίσουν για πάντα. Έτσι και με μένα. Από τότε που ήμουν μωρό θυμάμαι ότι είχα πάντα μια ταμπέλα να με ακολουθεί. Όσο ήμουν μωρό είχα την ταμπέλα του άρρωστου παιδιού που οι γονείς του φοβόντουσαν για αυτισμό. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου οι γονείς μου με έτρεχαν σε νευρολόγους για να βρουν την αιτία που έκλαιγα συνέχεια και δε μπορούσα να μιλήσω…Εγκεφαλογραφήματα, εξετάσεις και όλα έδειχναν φυσιολογικά. Δεν ήταν όμως φυσιολογική η κατάσταση για τους γονείς μου. Μέχρι που βρέθηκε ένας πολύ γνωστός νευρολόγος στη Θεσσαλονίκη που είπε την αιτία στους γονείς μου: ανωριμότητα του μετωπιαίου λοβού. Θα ωριμάσει φυσικά αλλά θα αργήσει. Έτσι και έγινε. Πέρασαν οχτώ ολόκληρα χρόνια για να μπορέσω να μιλήσω κανονικά. Μέσα σε αυτά το οχτώ χρόνια η μητέρα μου αναγκάστηκε να αφήσει τη δουλειά της για να με κοιτάξει εμένα και πολλές φορές νιώθω ότι εγώ ευθύνομαι για αυτή την κατάσταση. Μέσα σε αυτά τα οχτώ χρόνια που άρχισα να μιλώ οι γονείς μου δέχτηκαν την κριτική από διάφορους εκπαιδευτικούς  και φυσικά ενίσχυσαν την ταμπέλα που είχα. Έλεγαν ότι δεν ήμουν ικανή να φοιτήσω σε κανονικό σχολείο, αλλά σε ειδικό. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν οι λογοθεραπευτές, οι εργοθεραπευτές κλπ., παρά μόνο οι ειδικοί δάσκαλοι. Έτσι με πολύ κόπο αφού έκανα 2 χρόνια στο νηπιαγωγείο πήγα στο δημοτικό.

Εκεί έπαψε να υπάρχει η ταμπέλα του άρρωστου παιδιού. Αλλά άρχισε να υπάρχει μια άλλη ταμπέλα. Η ταμπέλα του φυτού, του συνεσταλμένου παιδιού, του μοναχικού χωρίς πολλές παρέες και φίλους. Ναι ήμουν φυτό γιατί διάβαζα συνέχεια για να μπορέσω να αποκτήσω βάσεις, ναι ήμουν συνεσταλμένο παιδί γιατί δεν είχα αναπτύξει τις κοινωνικές μου δεξιότητες,  οπότε ήταν λογικό να ήμουν και ένα μοναχικό παιδί. Και εκτός από αυτό ήμουν το παιδί που κανείς δεν ήθελε να παίξει και όποτε το έπαιζαν σε ομαδικά παιχνίδια ήταν το «πουλάκι» που κοιτούσαν να ξεφορτωθούν. Αυτές οι ταμπέλες με ακολούθησαν και στο γυμνάσιο με αποτέλεσμα να είμαι συχνά θύμα bulling. Με το που πέρασα όμως στο λύκειο κάποιες ταμπέλες διαφοροποιήθηκαν, άλλες συνέχισαν να υπάρχουν και άλλες προστέθηκαν. Από εκεί που ήμουν ένα φυτό, μοναχικό και συνεσταλμένο παιδί, έγινα ένα παιδί που οι γονείς κι οι συγγενείς του πίστευαν ότι δεν θα πετύχει να σπουδάσει, ένα μπάζο για κάποια αγόρια της ηλικίας μου και «μυξοπαρθένα» για τα υπόλοιπα και για τις «φίλες» μου ένα ψυχανώμαλο, όπως με αποκάλεσε κάποτε μια καλή «φίλη» και γενικότερα ένα κορίτσι που έμπλεκε με λάθος παρέες. Από τότε μπήκα στη διαδικασία να αποδείξω ότι δεν ήμουν τίποτα από όλα αυτά που πίστευαν οι άλλοι για μένα. Διάβαζα συνέχεια και ειδικά στην γ λυκείου για να περάσω στο πανεπιστήμιο, άρχισα να προσέχω τον εαυτό μου όσον αφορά την εμφάνιση και έκανα πέρα όλες τις παρέες που δε με κάλυπταν.

Έτσι κατάφερα και έγινα εκπαιδευτικός (τραγική ειρωνεία!), άρχισαν να με προσέχουν τα αγόρια στο πανεπιστήμιο αφού πρόσεχα την εμφάνιση μου και να αποκτήσω μια καλή παρέα στα φοιτητικά μου χρόνια. Η πληγή όμως είχε δημιουργηθεί από τις ταμπέλες που μου έβαλαν. Έτσι στα 21 μου στο τρίτο έτος της σχολής μου άρχισα να έχω πάρε-δώσε με τους ψυχιάτρους. Η 1η ψυχίατρος που ήταν και ψυχοθεραπεύτρια με έστειλε να κάνω κάποια τεστ προσωπικότητας σε μια ψυχολόγο. Αυτά τα τεστ έδειξαν ότι πάσχω από μεθοριακού τύπου διαταραχή προσωπικότητας. Αυτή ήταν και η πρώτη εκδοχή που άκουγα από τους ειδικούς. Φυσικά δεν ξαναπήγα σε αυτή την ψυχίατρο γιατί δεν υπήρχε επικοινωνία. Πέρασαν 3 χρόνια από τότε που πήγα σε εκείνη την «ειδικό». Μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια κατάφερα να τελειώσω τις σπουδές μου και να αρχίσω να δουλεύω και να έχω μια όμορφη σχέση με ένα άνθρωπο που τον αγαπούσα. Περίμενα να έχω μια όμορφη ζωή όπως όλα τα κορίτσια της ηλικίας μου.

Δεν ήξερα όμως ότι θα αποκτούσα νέα ταμπέλα. Αυτή της καταθλιπτικής. Ναι ήταν αλήθεια γιατί στα 24 πέρασα βαριάς μορφής κατάθλιψης σύμφωνα με τα λεγόμενα του 2ου ψυχιάτρου, ο οποίος ήταν γνωστός στη Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησα να παίρνω αντικαταθλιπτικά και αντιεπιληπτικά για 2 χρόνια και παράλληλα από τα 24 ως τα 32 για οχτώ ολόκληρα χρόνια έκανα ψυχοθεραπεία με την ψυχίατρο που με παρακολουθούσε (στο μεταξύ είχα αλλάξει ψυχίατρο). Υποστήριζε τα ίδια και αυτή με τους προηγούμενους ότι είχα μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας. Όλα αυτά τα χρόνια φυσικά δούλευα κανονικά, είχα αποκτήσει κάποιες παρέες στον τόπο που γεννήθηκα και περιστασιακές παρέες στα μέρη που δούλευα, τελείωσα και ένα μεταπτυχιακό και είχα αρκετές σχέσεις μετά από την 1η μου σχέση που κράτησε 4 χρόνια. Είχα από ότι φαινόταν μια φυσιολογική ζωή: μια δουλειά που μου αρέσει, λίγες παρέες και τελικά ένα σύντροφο που ήθελα να φτιάξω τη ζωή μου μαζί του. Φυσικά η τελευταία μου σχέση με δεχόταν όπως ήμουν και δεν τον πείραζε που έκανα ψυχοθεραπεία και έπαιρνα φάρμακα. Μέχρι που χωρίσαμε, γιατί δεν ταιριάζαμε.

Όταν φυσικά χωρίσαμε ήταν κάτι που δεν άντεξα εκείνη τη στιγμή, γιατί ήταν ένας θάνατος για μένα. Είχαν πεθάνει τα όνειρα που είχα κάνει μαζί του αφού μιλούσαμε για γάμο. Σε εκείνη την έξαλλη κατάσταση της άρνησης της κατάστασης (ένα από τα πρώτα στάδια του πένθους) θυμάμαι που είχα πει στην ψυχίατρό μου-ψυχοθεραπεύτρια ότι σκοπεύω να αυτοκτονήσω (κάτι που είχα επιχειρήσει στα 27 μου μετά από τον βιασμό που δέχτηκα από την σχέση που είχα εκείνο τον καιρό με ένα ψυχοπαθή). Η πρώτη της αντίδραση ήταν όταν το άκουσε να μου πει ότι αν δεν παίρνω τα φάρμακα μου (κάτι που καταλάβαινα ότι δε μου κάνει καλό, αφού είχα αρχίσει να έχω απίστευτα νεύρα και της ζητούσα να μου αλλάξει τη φαρμακευτική αγωγή) θα κάνει αίτηση για να εισαχθώ σε ψυχιατρική κλινική και θα ειδοποιούσε τον πρώην φίλο μου. Έτσι μετά από 8 χρόνια συνεργασίας, άρχισα να χειροτερεύω με τα χάπια που συνέχιζα να παίρνω.

Οι γονείς μου μη γνωρίζοντας τι να κάνουν με πήγαν σε μια άλλη ψυχίατρο (αφού είχα σταματήσει με εκείνη να συνεργάζομαι) η οποία έβγαλε άλλο συμπέρασμα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της έπασχα από διπολική διαταραχή, ότι δε θα μου χρύσωνε το χάπι και ότι ποτέ δε θα γινόμουν καλά. Έτσι τα αντικαταθλιπτικά αντικαταστάθηκαν από αντιψυχωσικά και φυσικά δεν ήθελε να ακούσει για ψυχοθεραπεία. Άρχισα να γίνομαι ένα ζόμπι χωρίς όρεξη για τίποτα, αλλά οι γονείς μου χαίρονταν γιατί με έβλεπαν να μη θυμώνω. Ήξερα όμως μέσα μου ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν αλήθεια. Δεν είχα ψυχιατρικά θέματα, απλά μου έλειπε η αυτοεκτίμηση και η αγάπη την οποία ζητιάνευα από μικρό παιδί και την έδινα απλόχερα. Μετά από μερικούς μήνες αποφάσισα να στηθώ στα πόδια μου και να αρχίσω να αναζητώ ένα καλό ψυχολόγο.

Έτσι βρήκα τον κύριο Γιάννη Βελίκη. Ξεκίνησα μαζί του ψυχοθεραπεία από τον περασμένο Σεπτέμβριο. Αμέσως δέσαμε σαν ψυχοθεραπευτής με πελάτη. Ποτέ μου δεν ντράπηκα να του μιλήσω για όσα ένιωθα και σκεφτόμουν, γιατί ήξερα ότι δε θα με κρίνει ούτε ότι θα με βάλει ταμπέλα και κυρίως γιατί δεν με είδε σαν ΑΡΡΩΣΤΗ, αλλά σαν άνθρωπο που πρέπει να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από τις ταμπέλες που του έβαλαν όλοι οι άλλοι. Μέσα σε τέσσερις μήνες έκοψα και μόνη μου τα χάπια και άρχισα να βλέπω διαφορά στον εαυτό μου, από όσο μου λένε οι άλλοι. Με βλέπουν πολύ πιο ήρεμη, πιο χαλαρή, πιο χαρούμενη. Άρχισα να αγαπώ ελάχιστα τον εαυτό μου κάτι που παλιότερα δεν έκανα, να κρατώ ανθρώπους στη ζωή μου που με αγαπάνε πραγματικά και να ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα βρω έναν άνθρωπο που θα με αγαπάει και θα τον αγαπάω και θα κάνω μαζί του μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Μέχρι όμως να βρω αυτό τον άνθρωπο έχω πολύ δρόμο να διανύσω, αφού πρέπει να ξεπεράσω τις ταμπέλες που μου έβαλαν οι άλλοι για μένα και να αποκτήσω την χαμένη μου αυτοεκτίμηση, την μικρή Ε. που δεν αγαπούσα τόσο καιρό. Δε ξέρω αν τα καταφέρω ποτέ να αγαπήσω τον εαυτό μου, για αυτό που είμαι όμως σίγουρη είναι ότι κανένας δε μπορεί να σου βάλει ταμπέλες αν δεν του επιτρέψεις και ότι ποτέ μου δε θα ξαναπέσω στον βούρκο των χαπιών που μόνο κακό κάνουν και όχι καλό. Γιάννη, ειλικρινά σε ευχαριστώ για όλα!!!

Πότε δουλεύει και πότε όχι ο ΝΟΜΟΣ της ΕΛΞΗΣ

του Dr. Βελίκη Γιάννη

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, παρακολουθούν Σεμινάρια Αυτοβελτίωσης ή Life Coaching. Ωστόσο, κατά παραδοχή των ίδιων των εισηγητών, μόνο ένα μικρό ποσοστό της τάξης του 5% βελτιώνεται.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως δεν λειτουργεί ο Νόμος της Έλξης;

Η αλήθεια είναι ότι ο Νόμος της Έλξης λειτουργεί ΠΑΝΤΑ.

Ωστόσο, έλκουμε, αυτό το οποίο ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ, και όχι αυτό που επιθυμούμε. Έλκουμε αυτό που μας μοιάζει, ή αυτό που χρειαζόμαστε.

Δεν γίνεται να πιστέψουμε ότι θα πετύχουμε και να αποκτήσουμε, κάτι το οποίο ΔΕΝ ΜΑΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ.

Η καλύτερη μέθοδος, είναι πρώτα να μάθουμε το ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ, τί κατά βάθος θέλει η ψυχή μας. Εδώ ακριβώς χρειαζόμαστε έναν έμπειρο και ικανό ψυχοθεραπευτή, που θα μας οδηγήσει στο ταξίδι της ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ.

Να αγαπήσουμε τις κακές, τις σκοτεινές, τις απωθημένες πλευρές του ΕΑΥΤΟΥ μας.

Και έπειτα, μπορούμε να οργανώσουμε μια στρατηγική για ν’ αποκτήσουμε αυτό, που ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ θέλουμε.

Μόνο σε αυτήν την περίπτωση, θα δούμε το ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΕΛΞΗΣ να δουλεύει!

Για περισσότερα δείτε το βίντεο.

 

 

Οι Αιτίες και η Ψυχοθεραπεία στο ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΟ ΑΓΧΟΣ

του Dr. Βελίκη Γιάννη

  • Το Παθολογικό Άγχος αντίθετα από το Παραγωγικό Άγχος, δεν ωφελεί σε τίποτα. Αναγκάζει τους ανθρώπους που το βιώνουν, να περιορίζουν τις ζωές τους σε μια ζώνη άνεσης.
  • Συνήθως αντιμετωπίζεται με αγχολυτικά φάρμακα.
  • Ωστόσο το άγχος δεν θεραπεύεται αποτελεσματικά με τη φαρμακευτική αγωγή, μιας και πάντα υποκρύπτει έναν ασυνείδητο φόβο.
  • Φόβος ότι κινδυνεύει α) η σωματική υγεία, β) η αυτοεκτίμηση, ή γ) η κοινωνική εικόνα.
  • Η ψυχοθεραπεία που θα μπορέσει να επιλύσει αυτούς τους ασυνείδητους φόβους, θα θεραπεύσει αυτόματα και το Παθολογικό Άγχος του ανθρώπου που το βιώνει.
  • Για να γίνει αυτό θα πρέπει, ο άνθρωπος που το βιώνει, σε πρώτη φάση να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία, με έναν έμπειρο και ικανό ψυχοθεραπευτή που εμπιστεύεται.
  • Σε δεύτερη φάση, θα χρειαστεί να μάθει να χαλαρώνει τα εγκεφαλικά του κύματα, από τα κύματα Β στα κύματα Α, από τα κύματα δηλαδή της επιβίωσης στα κύματα που χουζουρεύουμε, και να είναι συνειδητός.
  • Σε αυτήν τη χαλαρή κατάσταση, με τη βοήθεια του ψυχοθεραπευτή του, θα επεξεργαστεί και θα καταφέρει να μειώσει το βασικό του φόβο που εμφανίζει την αγχώδη συμπτωματολογία.

Για περισσότερα δείτε το βίντεο.

Τα ΝΑΙ και τα ΟΧΙ που οδηγούν στη ΧΑΡΑ της ΖΩΗΣ και στην ΑΥΤΟΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ

του Dr. Βελίκη Γιάννη

Αυτοπραγμάτωση: το να ζεις μια ζωή με νόημα, σύμφωνα με τον αληθινό σου Εαυτό. Το ύψιστο στάδιο της εξέλιξης μιας προσωπικότητας.
Για να επιτευχθεί χρειάζονται τρεις προϋποθέσεις:

  1. Αυτογνωσία: το να γνωρίσουμε καλά τον εαυτό μας, ακόμη και τα στοιχεία που μας ενοχλούν ή μας δυσκολεύουν στο χαρακτήρα και στη ζωή μας. Πρόκειται για ένα δύσκολο κι επίπονο ταξίδι προς αυτά που πάντοτε απωθούσαμε, που μπορεί να μετατραπεί σε μια πανέμορφη περιπέτεια, όταν μας συνδράμει ένας καλός και έμπειρος ψυχοθεραπευτής που εμπιστευόμαστε.
  2. Τα Όχι: να πούμε Όχι σε ότι δεν συμβαδίζει με αυτό που είμαστε και αυτό που εμποδίζει την εξέλιξη μας, είτε αφορά σε συνήθειες του εαυτού μας είτε σε συμπεριφορές άλλων ανθρώπων. Η δυσκολία σε αυτό το στάδιο, είναι ο θυμός και η απογοήτευση των ανθρώπων του κύκλου μας, που μπορεί να καταλήξει στο να μας απορρίψουν. Στο σημείο αυτό θα χρειαστούμε τη στήριξη του ψυχοθεραπευτή, μιας και οι άνθρωποι που δεν δέχονται την αλήθεια μας, δεν αξίζει και να είναι στη ζωή μας.
  3. Τα Ναι: να πούμε Ναι σε μια ζωή με νόημα, με σεβασμό, με αγάπη, με αφθονία και αλήθεια.

Για περισσότερα δείτε το βίντεο.

Μέθοδοι επίτευξης στόχων

του Γιάννη Βελίκη

Ένα όνειρο είναι μονάχα ένα όνειρο. Ένας στόχος είναι ένα όνειρο με σχέδιο και προθεσμία (Harvey Mackay, Αμερικανός συγγραφέας)

Ο σκοπός της ζωής είναι μια ζωή με σκοπό (Robert Byrne, Αμερικανός σκακιστής)

Να είσαι προσηλωμένος στους στόχους σου. Κανένας δεν μπορεί να βρεθεί τυχαία στο Έβερεστ, περιπλανώμενος άσκοπα (Zig Ziglar, Αμερικανός συγγραφέας)

Υπάρχουν δυο επιδιώξεις στη ζωή: Πρώτον, να πάρουμε αυτά που θέλουμε και δεύτερον, να τα απολαύσουμε. Μόνο οι πιο σοφοί από το ανθρώπινο είδος κατορθώνουν το δεύτερο (Logan Pearsall Smith, Αμερικανός κριτικός & δοκιμιογράφος).

Στη ζωή μας συχνά τοποθετούμε στόχους που θέλουμε να πετύχουμε. Ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις και για πολλούς λόγους δεν καταφέρνουμε να υλοποιήσουμε τις αποφάσεις μας. Είναι λοιπόν απαραίτητο να έχουμε κάποιες βασικές αρχές, ένα τρόπο σκέψης και προσέγγισης που μπορούν να μας βοηθούν να μένουμε στο σωστό δρόμο για την επίτευξη των στόχων μας.

Στο διαδίκτυο μπορούμε να βρούμε προσχεδιασμένους τρόπους που μπορούν να μας βοηθήσουν στην επίτευξη των στόχων μας. Π.χ. βρίσκουμε το ότι η διαδικασία επιτυχίας στόχων καλό είναι να περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:

Έντονη επιθυμία
Προσδιορισμό του στόχου
Νοητική απεικόνιση
Σχέδιο πορείας
Έλεγχο χρονοδιαγράμματος
Αξιολόγηση προόδου

Σύμφωνα με τον γνωστικό θεραπευτή Beck, ο κάθε στόχος μπορεί να επιμεριστεί σε μικρότερους, ειδικούς στόχους. Οι μικρότεροι στόχοι πραγματοποιούνται ευκολότερα και γρηγορότερα, με αποτέλεσμα το άτομο να λαμβάνει ενίσχυση για τις προσπάθειές του· με αυτόν τον τρόπο αρχίζει να ανασκευάζει την αρνητική θεώρηση του εαυτού του και αρχίζει να πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει.

Ποια μικρότερα βήματα μπορεί να γίνουν για να επιτευχθεί ο γενικός στόχος;

Πώς πρέπει να ξεκινήσει για την επίτευξη του στόχου – ποιο είναι το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνει;

Σε πόσο καιρό θεωρεί ότι θα μπορέσει να επιτύχει το στόχο; Τι μπορεί να κάνει ενδιάμεσα προς την

κατεύθυνσή του;

Ποια θα είναι η πρώτη ένδειξη προόδου;

Σύμφωνα με τον Craik «…αν ο οργανισμός έχει στον εγκέφαλό του ένα πρότυπο «μικρής κλίμακας» της εξωτερικής πραγματικότητας και των δικών του πιθανών πράξεων, τότε είναι ικανός να δοκιμάσει διάφορες εναλλακτικές λύσεις, να συμπεράνει ποια είναι η καλύτερη, να αντιδράσει σε μελλοντικές καταστάσεις προτού προκύψουν, να αξιοποιήσει τη γνώση γεγονότων του παρελθόντος στην αντιμετώπιση του παρόντος και του μέλλοντος και, οπωσδήποτε, να αντιδρά με πολύ πληρέστερο, ασφαλέστερο και αποτελεσματικότερο τρόπο στις καταστάσεις ανάγκης που προκύπτουν».

Ένας άλλος πρακτικό κατάλογο ελέγχου με 12 κανόνες για την επίτευξη στόχων είναι ο εξής:

1. Προσδιορίστε ποια οφέλη θα αποφέρει ο στόχος σας, και ποια θα είναι η συνεισφορά του. Σημειώστε όλα τα θετικά στοιχεία που θα προκύψουν από την επίτευξή του. Όσο πιο σημαντικός είναι ο στόχος σας, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η παρακίνησή σας να τον επιτύχετε.

2. Γράψτε το στόχο σας. Περιγράψτε τον με σαφήνεια ώστε να γνωρίζετε ακριβώς τι επιθυμείτε να επιτύχετε. Τοποθετήστε μέσα σε ένα χρονοδιάγραμμα ένα φύλλο με την περιγραφή του στόχου.

3. Χωρίστε το στόχο σας σε επιμέρους στόχους και/ή σχέδια ενεργειών. Αυτό σας παρέχει διαύγεια και σας βοηθά να επιλέξετε τον καλύτερο τρόπο για να επιτύχετε το στόχο σας.

4. Καταγράψτε τους κρίσιμους παράγοντες. Αναρωτηθείτε: Τι επηρεάζει καθοριστικά την επίτευξη του στόχου μου; Τι μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο; Καθορίστε στρατηγικές για να εξαλείψετε τα εμπόδια και για να δημιουργήσετε τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις.

5. Βεβαιωθείτε ότι ο στόχος σας είναι μετρήσιμος. Εκφράστε τον σε αριθμούς τους οποίους μπορείτε εύκολα να ελέγξετε. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να βλέπετε αν πραγματοποιείτε πρόοδο και αν όλα βαίνουν σύμφωνα με το πρόγραμμά σας.

6. Ο στόχος σας πρέπει να αποτελεί πρόκληση. Στοχεύστε όσο ψηλότερα γίνεται. Ωστόσο, πρέπει να είναι και εφικτός. Μόνον ένας ρεαλιστικός στόχος είναι πράγματι υλοποιήσιμος.

7. Προϋπολογίστε χρόνο για το στόχο σας. Αποφασίστε πόσο χρόνο θα χρειαστείτε για την υλοποίησή του. Βεβαιωθείτε ότι πράγματι διαθέτετε τον απαιτούμενο χρόνο.

8. Καθορίστε χρονοδιάγραμμα για το στόχο σας. Θέστε ημερομηνίες ανασκόπησης προόδου και κρίσιμες προθεσμίες. Πάντα έχετε κατά νου την τελική προθεσμία. Αυτή είναι η καλύτερη εγγύηση για την υλοποίηση του στόχου μέσα στον προβλεπόμενο χρόνο.

9. Ο στόχος σας πρέπει να επιδεικνύεται οπτικά με σαφή και καταφανή τρόπο ώστε να διαθέτετε διαρκώς πλήρη εικόνα του. Διαμορφώστε το χρονοδιάγραμμα σας έτσι ώστε να μπορείτε να υπενθυμίζετε διαρκώς το στόχο σας στον εαυτό σας.

10. Ιεραρχήστε το στόχο σας. Όσο πιο σημαντικός είναι, τόσο υψηλότερη θα είναι η προτεραιότητά του. Συγκρίνετέ τον με τους άλλους στόχους σας και κατατάξτε τους όλους σύμφωνα με τη σπουδαιότητά τους. Όπου δύο στόχοι συγκρούονται, ο πιο σημαντικός λαμβάνει προτεραιότητα.

11. Δημοσιοποιήστε το στόχο σας. Αν οι άλλοι γνωρίζουν το στόχο σας, μπορεί να σας βοηθήσουν να τον υλοποιήσετε. Επιπλέον, υπάρχει ένα σημαντικό ψυχολογικό όφελος: όταν οι άλλοι είναι ενήμεροι για το στόχο μας, είμαστε ακόμη πιο αποφασισμένοι να τον επιτύχουμε.

12. Για να αντλήσετε πρόσθετη εσωτερική ενέργεια για το στόχο σας, προσφέρετε στον εαυτό σας μια ανταμοιβή για την επίτευξή του. Η ανταμοιβή σας πρέπει να είναι κάτι που πραγματικά σας αρέσει. Δείξτε στον εαυτό σας γενναιοδωρία!

Τέτοιες και πολλές άλλες λίστες κανόνων και προτροπών για την επίτευξη στόχων υπάρχουν πολλές στο ελληνόφωνο διαδίκτυο και πολύ περισσότερες στο αγγλόφωνο.

Στην πράξη, ωστόσο, μία «κρυφή» τεχνική που πετυχαίνει και σπάνια εφαρμόζεται θα αναλυθεί ευθύς αμέσως. Εφαρμόζεται σπάνια διότι αντίκειται στην κοινή διαισθητική λογική λύσης προβλημάτων και επίτευξης σκοπών…

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: το σύνηθες, για την επίτευξη ενός στόχου, είναι να ξεκινήσει κάποιος από το πιο εύκολο βήμα. Για παράδειγμα, ας σκεφτούμε μία νοικοκυρά που θέλει να καθαρίσει το σπίτι της. Συνήθως θα ξεκινήσει από την πιο εύκολη δουλειά (ξεσκόνισμα, πλύσιμο πιάτων) και σταδιακά θα προχωρήσει σε πιο δύσκολες (π.χ. τίναγμα χαλιών, καθάρισμα αποχωρητηρίων κ.λπ.). Ή αντίστοιχα, ένας μαθητής, προκειμένου να ετοιμαστεί για το αυριανό μάθημα, θα αρχίσει από το πιο εύκολο μάθημα και θα συνεχίσει με τα δύσκολα. Οι περισσότεροι άνθρωποι λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο, διότι ώσπου να κινητοποιηθεί ο ψυχισμός προς το στόχο του, επιλέγει σχεδόν πάντα τον πιο εύκολο δρόμο και αφήνει τα δύσκολα για μετά.

Το πλεονέκτημα, ωστόσο, της «ήπιας προσαρμογής» με το ξεκίνημα από το πιο εύκολο βήμα, γίνεται μειονέκτημα λίγο αργότερα, όταν σώμα και ψυχή αρχίζουν να κουράζονται, και ακόμη έπονται να γίνουν οι πιο βαριές δουλειές. Στο σημείο αυτό, η επίτευξη του στόχου γίνεται πολύ δύσκολη και η πιο συχνή συμπεριφορά είναι αυτή της αναβολής της επίτευξης του για το μέλλον.

Η ακριβώς αντίθετη μέθοδος, αν και πιο «βάρβαρη», αποδεικνύεται πολύ πιο αποτελεσματική στην πράξη: ξεκινάμε από τις πιο δύσκολες ενέργειες που πρέπει να γίνουν και σταδιακά πηγαίνουμε στις ευκολότερες. Αν δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε την πιο δύσκολη ενέργεια, παρατάμε προσωρινά το στόχο μας, και τον αφήνουμε για κάποια μελλοντική στιγμή που θα έχουμε καλύτερη διάθεση και περισσότερη ενέργεια. Αν πιστεύουμε ότι είμαστε έτοιμοι, ξεκινάμε από την πιο δύσκολη ενέργεια και προσπαθούμε να την ολοκληρώσουμε. Αν το καταφέρουμε, θα έχουμε την ικανοποίηση ότι επιτύχαμε το πιο δύσκολο στάδιο. Συνήθως αυτή ακριβώς η ικανοποίηση θα γίνει το «καύσιμο» μας για να πάμε στο επόμενο ευκολότερο στάδιο. Με τον ίδιο τρόπο θα συνεχίσουμε σε ακόμη πιο εύκολα στάδια, και τη στιγμή ακριβώς που θα είμαστε σωματικά και ψυχικά κουρασμένοι, θα έχουν μείνει τα πιο εύκολα να γίνουν. Αυτά τα εύκολα στάδια, και αν ακόμη τα αφήσουμε για μια μελλοντική στιγμή λόγω κούρασης, θα τα αποτελειώσουμε γρήγορα και εύκολα όποτε το θελήσουμε… Και έτσι θα έχουμε πετύχει το στόχο μας!

Η μέθοδος αυτή μπορεί να εφαρμοστεί από τον πιο απλό στόχο (π.χ. να φτιάξω μία ομελέτα) ως τον πιο σύνθετο (να τελειώσω την Ιατρική ή να διεκδικήσω ολυμπιακό μετάλλιο).

Καλή επιτυχία!

Ψυχανάλυση ή Ψυχανάπτυξη;

του Γιάννη Βελίκη

Η Ψυχανάλυση, αποτελεί μια από τις συνταρακτικότερες νοητικές συλλήψεις του ανθρώπινου είδους. Ο πατέρας της ψυχανάλυσης, Σίγμουντ Φρόιντ, μπόρεσε και ένωσε πολλές παλαιότερες φιλοσοφικές ιδέες, όπως τις ιδέες ασυνείδητο, εαυτός, λίμπιντο κ.λπ., τις συνδύασε, τις οργάνωσε σε ενιαία θεωρία και παρουσίασε στις αρχές του 20ου αιώνα μία συγκλονιστική και πρωτότυπη σύλληψη για το πώς λειτουργεί ο εσωτερικός κόσμος του Ανθρώπου. Ο ψυχισμός περιγράφηκε, για πρώτη φορά, ως ένα δυναμικό σύστημα που αμύνεται στα γεγονότα της πραγματικότητας, χτίζει δικές του πραγματικότητες, δημιουργεί, ερωτεύεται ή καταστρέφει. Η συνεισφορά της ψυχανάλυσης ήταν τόσο μεγάλη, που έκτοτε όλες οι επιστήμες του ανθρώπου (ψυχολογία, παιδαγωγική, ψυχιατρική, ιατρική, ανθρωπολογία, κοινωνιολογία, πολιτικές επιστήμες, ποινική δικαιοσύνη) αναγκάστηκαν να αναδομηθούν συμπεριλαμβάνοντας τα νέα ψυχαναλυτικά δεδομένα στις προσεγγίσεις τους. Η πιο «τρομερή» ιδέα του Φρόιντ, ότι και τα παιδιά έχουν σεξουαλικότητα, έκανε πάνω από 30 χρόνια να γίνει αποδεκτή, ενώ σήμερα θεωρείται πια δεδομένη κοινή γνώση.

Η νέα επιστήμη διαδόθηκε ταχύτατα, και νέοι επιστήμονες πήραν τη σκυτάλη της ανάπτυξης της. Ο Γιουγκ, ο Ρανκ, ο Ραιχ, ο Φρομ και ο Έρικσον πλούτισαν τη θεωρία, ο Χάρτμαν έδωσε βαρύτητα στο Εγώ, ο Λακάν στη γλώσσα και στο ρόλο του Πατέρα, o Κέλλερ και ο Κέρνμπερκ στις ναρκισσιστικές διαταραχές και η Κλάιν, η Μάλερ, ο Βίννικοτ και ο Μπιόν ολοκλήρωσαν την ψυχαναλυτική θεωρία με τη σύλληψη των αντικειμενοτρόπων σχέσεων.

Οι ψυχαναλυτές, σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, παρατηρούσαν τους ψυχαναλυόμενους τους και πλουτίσανε εκπληκτικά τη γνώση μας για το πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος ψυχικός κόσμος. Μέσω του ελεύθερου συνειρμού, της ανάλυσης ονείρων και κυρίως της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης, μας εκπαιδεύσανε μέσω των αναφορών τους για το τι μπορεί να περιέχει και πώς λειτουργεί το ανθρώπινο ασυνείδητο.

Ωστόσο, παρά τις επιτυχίες της, η ψυχανάλυση δεν μπόρεσε να πετύχει δύο πολύ σημαντικούς στόχους: δεν έχει μεγάλη επιτυχία στη θεραπεία της ψυχοπαθολογίας και δεν μπορεί να προβλέψει το ποιος θα εμφανίσει στο μέλλον ψυχοπαθολογία και ποιος όχι.

Σχετικά με την πρώτη αδυναμία της, είναι γνωστό σε όλους ότι η ψυχανάλυση αποτελεί μια μακροχρόνια διαδικασία ανακάλυψης του εαυτού του ψυχαναλυόμενου, με αβέβαιο ωστόσο θεραπευτικό αποτέλεσμα. Στο πολύ εμπεριστατωμένο έργο «Η Μαύρη Βίβλος της Ψυχανάλυσης», τεκμηριώνεται ότι τα περιστατικά του Φρόιντ ουδέποτε θεραπεύτηκαν, παρά τους ισχυρισμούς του θεραπευτή τους, και πολλά περιστατικά στη Γαλλία βοηθήθηκαν μόνο με άλλες μεθόδους, όπως η γνωστική συμπεριφοριστική θεραπεία, και καθόλου με την ψυχαναλυτική. Επίσης, σε επίσημες αναφορές μετα – ανάλυσης, σχετικά με την ψυχανάλυση, της παγκόσμιας επιστημονικής βιβλιογραφίας, φαίνεται ότι μόνο στη θεραπεία της ναρκισσιστικής διαταραχής το ποσοστό επιτυχίας φτάνει το 16%, ενώ είναι πολύ χαμηλότερο σε άλλες διαταραχές.

Η δεύτερη μεγάλη αδυναμία της ψυχανάλυσης έγκειται στο ότι δεν μπορεί να κάνει προβλέψεις: ενώ πολύ σωστά βρίσκει ότι όλοι οι άνθρωποι που εμφανίζουν ψυχοπαθολογία είχαν όντως βεβαρυμμένο ψυχολογικό ιστορικό, δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί και άλλοι που είχαν παρόμοιο ιστορικό παραμένουν υγιέστατοι. Με άλλα λόγια, αν 10 παιδιά κακοποιούνται από τους γονείς τους σήμερα, η ψυχανάλυση αδυνατεί να προβλέψει ποια παιδιά από αυτά θα εμφανίσουν ψυχοπαθολογία και ποια όχι. Το ίδιο και σε άλλα 10 παιδιά που μεγαλώνουν φυσιολογικά: και εδώ η ψυχανάλυση αποτυγχάνει να προβλέψει ποια παιδιά στο μέλλον θα έχουν φυσιολογική ψυχική ζωή και ποια όχι.

Οι δύο αυτές «αδυναμίες», καθιστούν την ψυχανάλυση ως μια μέθοδο θεραπείας για περιορισμένες διαταραχές και περιστατικά, παρά την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της στην ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Έτσι, αν και είναι καλό όλοι οι ψυχοθεραπευτές να έχουν γνώση αυτής της επιστήμης, αυτό δεν θα τους εξοπλίσει στον αγώνα τους ενάντια στη θεραπεία της ψυχοπαθολογίας.

Ο λόγος είναι ότι η γνώση του πώς ένας άνθρωπος σκέφτεται, που καταφέρνει και ανακαλύπτει η ψυχανάλυση, δεν τον βοηθά πάντα και στο να σταματήσει να σκέφτεται έτσι. Για παράδειγμα στους νευρωσικούς που φοβούνται τις αράχνες: γνωρίζουν ότι είναι «χαζό» αυτό που τους συμβαίνει αλλά αυτό δεν αλλάζει το φόβο τους. Ή οι ναρκομανείς και οι καπνιστές: γνωρίζουν ότι τα ναρκωτικά και ο καπνός τους κάνουν κακό αλλά δεν μπορούν να το σταματήσουν. Ή τέλος οι ορισμένοι ερωτευμένοι: γνωρίζουν ότι ένας έρωτας μπορεί να τους κάνει κακό, να τους ταπεινώνει, να τους εξευτελίζει, αλλά συνεχίζουν να αγαπούν με πάθος το αντικείμενο του πόθου τους.

Συνεπώς, η εικόνα του ψυχικού κόσμου δεν φαίνεται να είναι ακίνητη, ένα εξωτικό νησί που κάποιος δύναται να ανακαλύψει… Το αντίθετο: είναι μία δυναμική ζούγκλα από αντίθετες δυνάμεις και επιθυμίες, που κάποιος χρειάζεται να οργανώσει και να αναπτύξει, αν δεν θέλει να είναι απλώς έρμαιο αυτών! Φυσικά και πολλές επιθυμίες ή ανάγκες πρέπει πρώτα να ανακαλυφθούν ή να συνειδητοποιηθούν για να είναι αξιοποιήσιμες, και ως εδώ μπορεί η ψυχανάλυση να είναι χρήσιμη. Από το σημείο αυτό, ωστόσο, και μετά, ο τρόπος οργάνωσης του ψυχισμού, οι στόχοι ζωής, το ψυχικό κόστος των αλλαγών κ.λπ. δεν είναι θέμα ανακάλυψης, αλλά δυναμικής κατεύθυνσης της ψυχικής ζωής προς τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την ανάπτυξη του χαρακτήρα!

Για το λόγο αυτό, η επιστήμη του 21ου αιώνα θα πρέπει να είναι η ψυχανάπτυξη (ψυχική ανάπτυξη) αντί της ψυχανάλυσης. Μια επιστήμη που θα δίνει τις βασικές γραμμές για το ποιες συνθήκες ζωής ευνοούν την ψυχική υγεία και την ποιότητα ζωής γενικά για όλους τους ανθρώπους (π.χ. ασφαλές περιβάλλον, σχέσεις φροντίδας και αγάπης με τους γονείς, σταδιακή απεξάρτηση από το οικογενειακό περιβάλλον και ένταξη στο ευρύτερο κοινωνικό κ.α.). Επίσης, η επιστήμη της ψυχανάπτυξης θα χρειαστεί να εξειδικευτεί και στις ατομικές περιπτώσεις ψυχοπαθολογίας, για όλους εκείνους που περνούν το στάδιο της ψυχανάλυσης και, όντας συνειδητοποιημένοι του ποιοι είναι, επιθυμούν να αλλάξουν τη ζωή τους και να την κάνουν πλουσιότερη, ποιοτικότερη και πιο ενδιαφέρουσα.

Η ψυχανάπτυξη δεν ήρθε για να ακυρώσει την ψυχανάλυση: ήρθε για να την συμπληρώσει. Στο άτομο που γνωρίζει τον εαυτό του, επιδιώκει να οργανώσει τα στοιχεία του ψυχικού του κόσμου του και να τα αναπτύξει. Το πιο ενδιαφέρον ίσως της εξέλιξης της επιστήμης της ψυχανάπτυξης, θα είναι ότι θα μπορούν τα πορίσματα της να εφαρμοστούν σε όλους τους ανθρώπους πάντοτε. Κι όλα αυτά επειδή η ψυχανάπτυξη (ψυχική ανάπτυξη) είναι κάτι που ξεκινά από την κοιλιά της μάνας στο έμβρυο, μέχρι και τα βαθειά γεράματα του ηλικιωμένου!

Έρως ανίκατε μάχαν!

του Γιάννη Βελίκη

Έρωτας! Λέξη μαγική, σχεδόν ιερή, που σημαίνει πολλά και διαφορετικά για τον καθένα που τη χρησιμοποιεί. Για την ακρίβεια, η λέξη αυτή έχει τόσες σημασίες, όσες και οι άνθρωποι που την εκφέρουν. Σε γενικές γραμμές, φυσικά, αναφέρεται στο πιο συγκλονιστικό, καταιγιστικό και καταλυτικό συναίσθημα που νιώθουν οι άνθρωποι, από την πιο μικρή ηλικία ως τα βαθιά τους γεράματα! Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το συγκεκριμένο θέμα μονοπωλεί τις περισσότερες συζητήσεις, την τέχνη, τη λογοτεχνία, την ποίηση και φυσικά τη μουσική. Είναι το εντονότερο συναίσθημα σε κινητοποίηση ολόκληρου του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένης της ψυχικής λειτουργίας, που μόνο το ένστικτο της επιβίωσης τολμά να συγκριθεί μαζί του! Κάποιοι το υμνούν, άλλοι το αφορίζουν, κανείς όμως δεν το αγνοεί… Ο Έρωτας είναι ανίκητος και στις πιο δύσκολες μάχες!

Το 1965, η ψυχολόγος Dorothy Tennov άρχισε να μελετά την κατάσταση του να είναι κανείς ερωτευμένος ως κάτι διαφορετικό από την αγάπη που νιώθουν γενικά οι άνθρωποι για άλλους ανθρώπους. Η Tennov, βασισμένη σε εκατοντάδες συνεντεύξεις από ερωτευμένους, κατέληξε σε μία γενική περιγραφή της κατάστασης αυτής:

– Στην αρχή, ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα για το άλλο άτομο

– Αν και το άλλο άτομο ενδιαφέρεται εξίσου, εμείς ενδιαφερόμαστε ακόμα περισσότερο.

– Βιώνουμε ένα ενθουσιώδες αίσθημα λαχτάρας για την προσοχή του ατόμου. – Ενδιαφερόμαστε μόνο για αυτό το άτομο και για κανένα άλλο

– Το ενδιαφέρον μας μετατρέπεται σε εμμονή: Δε μπορούμε να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε το άτομο αυτό, ακόμα κι αν προσπαθούμε να συγκεντρωθούμε σε άλλα πράγματα.

– Ονειροβατούμε και φανταζόμαστε συνεχώς το άλλο άτομο.

– Η σχέση, όταν αυτή ξεκινήσει, προκαλεί ευφορία.

– Σκεφτόμαστε τις ερωτικές επαφές με το άτομο.

– Συχνά νιώθουμε ένα αίσθημα πόνου ή τσιμπήματος στο στήθος.

– Αδυνατούμε να προσέξουμε ή να αναγνωρίσουμε ατέλειες στο άτομο αυτό και καμία λογική επιχειρηματολογία δε μπορεί να αλλάξει την θετική μας άποψη. Στο πρώτο αυτό στάδιο μιας ερωτικής σχέσης είναι η ντοπαμίνη και σεροτονίνη που καθορίζουν τα περίεργα συναισθήματα και τις αντιδράσεις μας, όπως υποστηρίζουν οι επιστήμονες. Η ντοπαμίνη είναι ένα χημικό του εγκεφάλου που μας κάνει να νιώθουμε ευφορία. Τα ερωτευμένα άτομα, λένε οι ειδικοί, εμφανίζουν λιγότερη ανάγκη για ύπνο, παραπάνω ενέργεια και μειωμένη όρεξη για φαγητό. Κάποιοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι δεν είναι τυχαίο ότι τα ίδια χαρακτηριστικά εμφανίζονται στους χρήστες αμφεταμινών και κοκαΐνης. Οι «αντενδείξεις» της ντοπαμίνης είναι άγχος, νευρικότητα και συναισθηματική αστάθεια. Στις παθιασμένες ερωτικές σχέσεις παρατηρείται ότι τα δυσάρεστα αυτά αισθήματα συχνά μπλέκονται με τα ευχάριστα, δημιουργώντας για τους «πάσχοντες», ακόμα πιο έντονες καταστάσεις. Το πρώτο στάδιο του έρωτα διαρκεί, σύμφωνα με τους επιστήμονες, από έξι έως δεκαοκτώ μήνες, σπανιότερα έως τρία χρόνια. Σταδιακά, όμως, ελαττώνεται γιατί οι άνθρωποι συνηθίζουν να είναι ερωτευμένοι, ίσως με τον ίδιο τρόπο που άλλοι άνθρωποι αναπτύσσουν σιγά-σιγά ανεκτικότητα στις επιπτώσεις των παραισθησιογόνων.

Σύμφωνα με το ψυχαναλυτή Ζακ Αλέν Μιλέρ, οι λεπτομέρειες στις οποίες μπορεί να πυροδοτηθεί ο έρωτας είναι απίστευτα ποικίλες: από τον έρωτα που βασίζεται σε μικρά πράγματα, σε «θεϊκές λεπτομέρειες» όπως τα φετίχ, στον έρωτα με «περίεργες» φαντασιώσεις (για παράδειγμα μια γυναίκα μπορεί να φτάνει σε οργασμό με την προϋπόθεση ότι φαντάζεται κατά τη συνουσία ότι την χτυπούν, τη βιάζουν, ή ότι είναι μια άλλη γυναίκα ή ότι είναι κάπου αλλού, απούσα), ως και τις δύο πλευρές του έρωτα που διαχώρισε ο Φρόιντ: είτε ερωτεύεσαι κάποιον που προστατεύει, σε αυτή την περίπτωση τη μητέρα ή ερωτεύεσαι την ναρκισσιστική εικόνα του εαυτού σου. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ο διάλογος μεταξύ των δύο φύλων είναι αδύνατος όπως είπε ο γάλλος ψυχαναλυτής Λακάν. Οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να συνεχίζουν να μαθαίνουν την γλώσσα του άλλου επ’ αόριστον, ψηλαφώντας, αναζητώντας τα κλειδιά, κλειδιά που είναι πάντα ανακλήσιμα. Ο έρωτας είναι πάντα ένας λαβύρινθος από παρεξηγήσεις όπου η έξοδος δεν υπάρχει.
Η χημεία του Έρωτα

Όταν ο Έρωτας εμφανίζεται….

· Η τεστοστερόνη των αντρών πέφτει ενώ των γυναικών ανεβαίνει, έτσι ώστε τα επίπεδα να συγκλίνουν. Οι άντρες «γλυκαίνουν» και οι γυναίκες συμπεριφέρονται πιο επιθετικά και κατακτητικά.

· Έκκριση Ντοπαμίνης. Η ντοπαμίνη κάνει τους ανθρώπους να απολαμβάνουν, να εκστασιάζονται και να παθιάζονται.

· PEA και Νοραδρεναλίνη (έως 3 μήνες). Συντελούν επίσης στην έξαρση πάθους και δυνατών συγκινήσεων.

· Ωκυτοκίνη (έως 18 – 30 μήνες). Η σημαντικότατη αυτή ορμόνη κρατά τα αρσενικά (χελιδόνια, ανθρώπους) έως και 30 μήνες στη φωλιά, προκειμένου τα μικρά να μπορούν να ζήσουν αυτόνομα. Για τα περισσότερα είδη, τότε σταματά και ο ρόλος του «πατέρα», ο οποίος και εγκαταλείπει τη φωλιά.

· Προλακτίνη. Η θέα των παιδιών προκαλεί στον «πατέρα» την έκκριση της συγκεκριμένης θηλυκής ορμόνης. Έτσι η συμπεριφορά του γίνεται πιο περιποιητική και η τεστοστερόνη του πέφτει, έτσι ώστε να μην επιθυμεί συνεύρεση με άλλα θηλυκά.

Ο Έρωτας στη Λογοτεχνία

Υπάρχουν κάποια εξαιρετικά έργα με θέμα τον έρωτα, δοκίμια σημαντικών συγγραφέων, όπως ο Ρολάν Μπαρτ στα «Αποσπάσματα του Ερωτικού λόγου» κι ακόμα σημαντικά λογοτεχνικά (ο Κούντερα, για παράδειγμα) και ποιητικά, θεατρικά και κινηματογραφικά έργα κλπ. Στο δεκαπεντάτομο έργο του Μαρσέλ Προυστ, «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», το αγαπημένο πρόσωπο εκφράζει έναν εφικτό κόσμο, άγνωστο σε μας. Ο αγαπημένος προϋποθέτει, εντυλίγει, φυλακίζει έναν κόσμο που πρέπει να τον αποκρυπτογραφήσουμε. Τα μάτια του θα ήταν μόνο πέτρες, το σώμα του ένα κομμάτι σάρκα, αν δεν εκφράζανε έναν ή πολλούς ενδεχόμενους κόσμους, τοπία και τόπους, τρόπους ζωής, μια πολλαπλότητα από ψυχές. Να αγαπάς, είναι να προσπαθείς να εξηγήσεις, να ξετυλίξεις τους άγνωστους αυτούς κόσμους που παραμένουν τυλιγμένοι μέσα στο αγαπημένο πρόσωπο. Γι αυτό και ερωτευόμαστε τόσο εύκολα γυναίκες που δεν «ανήκουν στον κόσμο μας», που δεν είναι καν του τύπου μας. Γυναίκες που αγαπούμε συνδέονται πολύ συχνά με τοπία που τα γνωρίζουμε τόσο, ώστε να ευχόμαστε να τα δούμε να αντικαθρεφτίζονται στα μάτια μιας γυναίκας, αλλά που η αντανάκλασή τους καλύπτεται τότε από τόσο μυστήριο, ώστε γίνονται για μας χώρες απροσπέλαστες, άγνωστες. Το να πιστεύουμε πως ένα πλάσμα μετέχει σε μια άγνωστη ζωή στην οποία ο έρωτάς του θα μας βοηθούσε να μπούμε, είναι, απ’ όλα όσα χρειάζεται ο έρωτας για να γεννηθεί, αυτό στο οποίο δίνει την πιο μεγάλη σημασία και που τον κάνει ν’ αδιαφορεί για όλα τ’ άλλα. Ακόμα και οι γυναίκες που διατείνονται πως κρίνουν έναν άντρα μόνο απ’ τη σωματική του κατασκευή, βλέπουν σ’ αυτήν κάτι που προέρχεται από μια ξεχωριστή ζωή. Γι’ αυτό αγαπούν τους στρατιωτικούς : η στολή τις κάνει λιγότερο απαιτητικές για το πρόσωπο : νομίζουν πως φιλούν κάτω απ’ το θώρακα μια καρδιά διαφορετική, δοσμένη στην περιπέτεια και στην τρυφερότητα : κι ένας νέος ηγεμόνας, ένας πρίγκιπας διάδοχος του θρόνου, για να κάνει τις πιο κολακευτικές κατακτήσεις, στην ξένη χώρα που επισκέπτεται, δεν χρειάζεται το ωραίο προφίλ που θα ήταν ίσως απαραίτητο σ’ έναν χρηματομεσίτη.

Όταν αγαπούμε, η αγάπη είναι υπερβολικά μεγάλη για να μπορέσει να χωρέσει ολόκληρη μέσα μας : ακτινοβολεί προς την αγαπημένη ύπαρξη, συναντά σ’ αυτή μια επιφάνεια που τη σταματά, την υποχρεώνει να επιστρέψει στο σημείο εκκίνησής της, και είναι αυτό το αντίστροφο χτύπημα της συμπάθειας που ονομάζουμε συναισθήματα του άλλου και που μας γοητεύει έτσι περισσότερο παρά στον πηγαιμό της, γιατί δεν αναγνωρίζουμε ότι έρχεται από μας τους ίδιους.

Η αγάπη, όταν γίνεται κάτι σαν αρρώστια, απλώνεται πολύ πέρα απ’ την περιοχή του σωματικού πόθου – μπορεί η γυναίκα να ασχημύνει σε σχέση με την εικόνα της στο παρελθόν, αλλά αυτό για τον ερωτευμένο δεν παίζει κανένα ρόλο. Όταν η αρρώστια που είναι η αγάπη πολλαπλασιάζεται, δένεται με όλες τις συνήθειες του ερωτευμένου, όλες του τις πράξεις, τη σκέψη του, την υγεία του, τη ζωή του κι ακόμα μ’ ότι θα επιθυμούσε μετά το θάνατό του, γίνεται τόσο πολύ ένα πράγμα με τον ίδιο, που δε θα μπορούσαν να του αφαιρέσουν αυτή την αρρώστια, χωρίς να καταστρέψουν τον ίδιο ολόκληρο : ο έρωτάς του δεν είναι πια χειρουργήσιμος.

Η αγαπημένη ύπαρξη είναι διαδοχικά το κακό και το φάρμακο που αναστέλλει και επιδεινώνει το κακό (τα δύο πρόσωπα ή ομάδες προσώπων). Η γυναίκα καθίσταται, σε ακραία περίπτωση, ένα είδος ναρκωτικού. Η περιγραφή των κοινών συμπτωμάτων από τον Προυστ είναι αριστοτεχνική : «Στην περίπτωση αυτή η γυναίκα βρίσκεται στη θέση που βρίσκονται – αυτά όμως χωρίς να το συνειδητοποιούν όπως εκείνη – εκείνα τα πανούργα μέσα στην άγνοιά τους φάρμακα, όπως είναι τα υπνωτικά, η μορφίνη. Δεν είναι σ’ εκείνους στους οποίους χαρίζουν την ευχαρίστηση του ύπνου ή μιας αυθεντικής ευεξίας που τα φάρμακα αυτά είναι απολύτως απαραίτητα. Δεν είναι από ανθρώπους σαν αυτούς που θα αγορασθούν με οποιαδήποτε τιμή, αντάλλαγμα για όλα τα υπάρχοντα του άρρωστου. Αλλά από εκείνη την άλλη τάξη άρρωστων ανθρώπων (που μπορεί ίσως να είναι τα ίδια άτομα διαφοροποιημένα όμως με το πέρασμα του χρόνου), εκείνους που το φάρμακο δεν τους στέλνει για ύπνο, στους οποίους δεν προκαλεί κανένα ρίγος ευχαρίστησης, οι οποίοι όμως, όσο το στερούνται, γίνονται λεία μιας αγωνίας στην οποία με οποιοδήποτε τίμημα πασχίζουν απεγνωσμένα να βάλουν τέλος, ακόμη κι αν το τίμημα θα είναι ο δικός τους θάνατος».
Ο Έρωτας στην Ψυχανάλυση

Η Ψυχανάλυση από τα χρόνια του Φρόιντ ακόμη, ασχολήθηκε πολύ με το θέμα του Έρωτα, σε βαθμό που θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε ως κεντρικό. Οι πιο σημαντικές θεωρίες ήταν αυτές του Φρόιντ, όπου για πρώτη φορά αναδείχτηκε η παιδική σεξουαλικότητα και ο ερωτισμός της βρεφικής φροντίδας, η θεωρία της προσκόλλησης και εξατομίκευσης τηςMahler, οι αντικειμενοτρόπες σχέσεις της Κλάιν και φυσικά το μεταβατικό αντικείμενο του Βίννικοτ, όπου τα πάντα αντιπροσωπεύουν για τον άνθρωπο ότι το στήθος της μάνας για το βρέφος!

Ένας από τους ψυχαναλυτές που ασχολήθηκαν με τον ερωτισμό στα δύο φύλα ήταν και οKernberg. Υποστήριξε ότι για πολλούς λόγους βιολογικούς και μη, ο ερωτισμός στα δύο φύλα ξεκινάει με αντίστροφο τρόπο: στα νήπια αγόρια ο σωματικός αισθησιασμός χωρίς συναίσθημα είναι βασικός, ενώ στα κορίτσια βασικό είναι το συναίσθημα το οποίο όταν ικανοποιηθεί οδηγεί αργά στο σωματικό αισθησιασμό. Ακλόνητο επιχείρημα στη θέση τουKernberg είναι το στυλ της πορνογραφίας που προτιμούν τα δύο φύλα: οι άντρες έφηβοι προτιμούν όντως το σεξ χωρίς συναίσθημα (π.χ. πορνεία) ενώ τα κορίτσια έφηβοι το συναίσθημα χωρίς σεξ (Άρλεκιν κ.α.). Ο δε έρωτας μπορεί να είναι δύο επιλογών: ναρκισσιστικός (όπου κάποιος ερωτεύεται ότι μοιάζει με τον εαυτό του) που είναι και ο πιο συχνός ή αντικειμενοτρόπος (όπου κάποιος ερωτεύεται κάποιον που δεν του μοιάζει) που είναι σπάνιος και αναφέρεται σε αυτό που συχνά αποκαλούμε ως αγάπη!

Σύμφωνα με τον ψυχαναλυτή Δημήτρι Βεργέτη «αυτό που διακυβεύεται στο επίπεδο του έρωτα έχει να κάνει με την έλλειψη, ότι κάπου ο έρωτας βρίσκεται σε συνάφεια, σε εγγύτητα με ένα ορισμένο καθεστώς της έλλειψης, η οποία λειτουργεί και σαν αρχή ερωτικοποίησης και επιθυμητότητας ενός αντικειμένου. Δηλαδή ένα αντικείμενο καθίσταται επιθυμητό στο βαθμό που έρχεται να λειτουργήσει στις παρυφές της έλλειψης, υποσχόμενο την αναπλήρωσή της. Ο έρωτας ξεκινάει πάντα κατά τρόπο μονόπλευρο. Ο ένας εκ των δύο κεραυνοβολείται κατά κάποιο τρόπο, υφίσταται αυτή την ερωτική κεραυνοβόληση και καταλαμβάνεται από το ερωτικό πάθος, το οποίο το απευθύνει σε κάποιον και παραμένει όντως δεσμώτης μιας μοναχικής εμπειρίας στο βαθμό που δεν υπάρχει ανταπόκριση. Πρωτογενώς, η εμπλοκή του φύλου στον έρωτα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Σε αντίθεση, φυσικά, με το σεξ. Γιατί αυτό που αγαπάει κανείς στον έρωτα, όσον αφορά τουλάχιστον μια ορισμένη προσέγγιση, είναι ο ίδιος του ο εαυτός ή μια εξιδανικευμένη εκδοχή του ιδίου του τού εαυτού. Με αυτήν την έννοια, ο έρωτας έχει πάντα κάποιες ναρκισσιστικές καταβολές και αυτό είναι ένα μοτίβο που διατρέχει όλη τη δυτική σκέψη πάνω στον έρωτα. Ναρκισσιστικές καταβολές, ναρκισσιστική αφετηρία, ναρκισσιστική ρίζα του ερωτικού συναισθήματος. Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο έρωτας εμπλέκει ένα σώμα, το οποίο στοιχειοθετείται μέσα στη ναρκισσιστική εμπειρία της φαντασιακής, κατοπτρικής ακεραιότητάς του. Πρόκειται για το σώμα που μορφοποιείται μέσα στο στάδιο του καθρέπτη, για ένα σώμα ολοπαγές, ένα σώμα που δεν είναι τραυματισμένο από τον ευνουχισμό, ένα σώμα που δεν είναι προικισμένο με ερωτογόνες ζώνες και ενορμητικά χάσματα. Ήδη από αυτό το επίπεδο βλέπουμε ότι ο έρωτας απευθύνεται στην ολότητα του άλλου, δεν ερωτεύεται κανείς το στήθος μιας γυναίκας, τα έφυγρα χείλη της ή την ψιμυθιωμένη εικόνα της. Ο ερωτευμένος μπορεί μεν να καψουρεύεται το στήθος μιας γυναίκας, να καψουρεύεται τις καμπύλες της, να καψουρεύεται το γοβάκι της, αλλά ο έρωτας ως έρωτας απευθύνεται σε ένα είδος ολότητας του άλλου, τοποθετούμενου σε τελική ανάλυση πέραν του φαντασιακού, πέραν του ναρκισισμού, πέραν της σαγήνης της εικόνας. Για την ακρίβεια, απευθύνεται στο είναι του άλλου. Σε αντίθεση ακριβώς με την εμπειρία της σεξουαλικότητας, η οποία απευθύνεται σε ένα έμφυλο σώμα, προικισμένο με ερωτογόνες ζώνες, με ιδιαιτερότητες, ένα σώμα που λειτουργεί ως αποδέκτης των φαντασιώσεων. Οι φαντασιώσεις αποτελούν τον κατ’εξοχήν συνομιλητή της σεξουαλικότητας, ο παρτενέρ καλείται απλά να τις ενσαρκώσει, να τους προσδώσει σάρκα και οστά. Οποιαδήποτε έμφυλη σχέση συνάπτεται υπό την κηδεμονία των φαντασιώσεων είναι σαφές ότι είναι δομημένη με βάση ένα σεξουαλικό σενάριο. Ενώ η αμιγώς ερωτική σχέση δεν έχει ως πρωτογενή καταλύτης της κάποια σεξουαλική φαντασίωση. Αυτή είναι, λοιπόν, η τεράστια διαφορά. Ο έρωτας σπεύδει προς το είναι του υποκειμένου και από αυτή την άποψη δεν είναι μια αναλώσιμη διαμεσολάβηση για την ικανοποίηση της σεξουαλικής ενόρμησης, δεν είναι η κόσμια πρόσοψη των φαντασιώσεων.

Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ σε συνένετευξη ατο Βήμαgazino αναφέρει: «στους ώριμους ανθρώπους υπάρχει αγάπη. Έχουν δεχτεί τα δικά τους ελαττώματα και του συντρόφου τους, έχουν ζήσει την υπαρξιακή μοναξιά. Τον πρώτο χρόνο της ζωής τους έχουν πάρει αρκετή αγάπη από τη μητέρα τους κι έχουν δεχτεί ότι δεν μπορούν να τα έχουν όλα. Η αγάπη ξεκινάει από την ευγνωμοσύνη. Η ευγνωμοσύνη δημιουργεί συνθήκες ενδιαφέροντος για τον άλλον. Ο έρωτας διαρκεί πόσο; Έναν χρόνο; Μετά, ή μεταμορφώνεται σε αγάπη με στοιχεία ευγνωμοσύνης, ή διαλύεται. Οι εξαρτημένοι, οι στερημένοι από μητρική αγάπη ονειρεύονται καρβέλια, μια ιδανική γυναίκα. Ακριβώς όπως τα παιδιά πιστεύουν ότι η μάνα τους είναι όλος ο κόσμος. Δεν βλέπετε πώς κοιτάζονται οι έφηβοι στα πάρκα; Σαν να είναι ο ένας η μητέρα του άλλου. Ο πατέρας στηρίζει τη μάνα. Γίνεται η μητέρα της μητέρας του παιδιού του, παρέχοντας στοργή και τρυφερότητα άνευ όρων. Στην πραγματικότητα, όμως, τι κάνει ο άντρας; Ζηλεύει που η μητέρα αφιερώνεται στο παιδί της και την απατά. Το αρσενικό ζώο είναι πολυγαμικό, η πολυγαμία είναι μέσα στη φύση του άντρα. Γιατί είναι πολυγαμικοί οι άντρες; Επειδή η μόνη άμυνα απέναντι στον θάνατο είναι τα γονίδια. Η γυναίκα ξέρει ότι τα γονίδιά της έχουν πάει στο έμβρυο που κυοφορεί. Ο άντρας δεν ξέρει αν είναι δικό του το παιδί. Στον κόσμο των ζώων τα αρσενικά κατασπαράζουν το ένα το άλλο για να κερδίσουν το θηλυκό. Ή πνίγουν το μωρό τους, επειδή έτσι το θηλυκό αποκτά ξανά οίστρο».

Το παραμύθι του Έρωτα

Πόσα είδη και κατηγορίες έρωτα υπάρχουν; Θεωρητικά τόσα όσα και οι άνθρωποι! Θα μπορούσαμε, ωστόσο, να ξεχωρίσουμε μερικές μεγάλες ομάδες… Οι στοματικοί τύποι, όπως τους ονόμαζε ο Φρόιντ, οι άνθρωποι που κατ’ αυτόν έχουν άλυτες συναισθηματικές ανάγκες από τη βρεφική τους ακόμη ηλικία, ερωτεύονται οποιονδήποτε άνθρωπο τους δείχνει την παραμικρή αγάπη ή ενδιαφέρον. Οι άνθρωποι αυτοί προσκολλώνται εύκολα και δυνατά σε σχέσεις που ακόμη και αν αργότερα τους υποτιμούν, τους εξαπατούν ή τους κακοποιούν τους είναι αδύνατο να ξεκολλήσουν. Οι πρωκτικοί τύποι, από την άλλη, οι άνθρωποι που έχουν άλυτες συναισθηματικές ανάγκες από την πρώιμη νηπιακή ηλικία είναι σε μόνιμο «εμπορικό» αλισβερίσι… Επιδιώκουν να βρουν τις καλύτερες «ευκαιρίες» στη ζωή και στον έρωτα, όπου θα «δώσουν τα λιγότερα και θα πάρουν τα περισσότερα». Είναι οι άνθρωποι που θα επιδιώξουν έναν συμφεροντολογικό γάμο με καλή προίκα ή θα ψωνίσουν μία όμορφη πόρνη από υποβαθμισμένη χώρα που δεν θα τους κοστίσει ακριβά.

Στη συνέχεια, οι φαλλικοί τύποι, αυτοί που δεν έχουν λύσει το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα τους, θα επιδιώξουν όπως αναμενόταν να «κλέψουν» τη γυναίκα ή τον άντρα ενός άλλου ζευγαριού, ενώ οι διανοητικοί τύποι της λανθάνουσας περιόδου θα ονειρευτούν μία ερωτική σχέση με απαγγελίες ποιημάτων και σεξ με Βetadin…

Μια άλλη κατηγοριοποίηση είναι και αυτή των αναγκών του Maslow: οι ανασφαλείς τύποι θα αναζητήσουν στον έρωτα την ασφάλεια, οι σωματικοί τύποι την ηδονή, οι διανοητικοί τύποι τη νόηση, οι συναισθηματικοί το συναίσθημα (βλέπε Άρλεκιν), και οι τύποι με τις υπαρξιακές ανάγκες θα επιχειρήσουν μέσω του έρωτα να νικήσουν το φόβο του θανάτου!

Το βρίσκει ο καθένας αυτό που ζητάει; Δυστυχώς η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων όχι… Βλέπετε, το να βρει κανείς τον άνθρωπο που τον καλύπτει από την πρώτη στιγμή ως και πέραν του έτους, της 7ετίας ή της 20ετίας είναι στο επίπεδο του 2 με 4%! Και τότε; Τι στο καλό συμβαίνει με τον Έρωτα;

Τότε ακριβώς αναλαμβάνει τα ηνία ο Εγκέφαλος. Ο εγκέφαλος, αυτό το μοναδικό σε πολυπλοκότητα όργανο του Σύμπαντος, αναλαμβάνει να γεμίσει τα κενά των σχέσεων προκειμένου να διατηρήσει την ευτυχία των αφεντικών του, κάνοντας κάθε είδους όνειρα, σενάρια και παραμύθια…

Σας φαίνεται παράξενο; Δεν είναι όμως… Σκεφτείτε πως οτιδήποτε αντιλαμβάνεστε είναι αποκλειστικά προϊόν του εγκεφάλου σας και δεν υπάρχει στην πραγματικότητα! Γι’ αυτό άλλωστε και στην περιγραφή ενός δυστυχήματος ο κάθε μάρτυρας λέει τη δική του εκδοχή, ή στην ερμηνεία μιας κινηματογραφικής ταινίας ο καθένας αποκομίζει τις δικές του εντυπώσεις. Πάρτε για παράδειγμα την όραση: αν γυρίσετε τα μάτια σας στο χώρο που βρίσκεστε αυτήν την στιγμή, θα δείτε μια ενιαία εικόνα – την εικόνα αυτή όμως την συνέθεσε και σας τη δίνει ο εγκέφαλος σας. Για την ακρίβεια ο εγκέφαλος λαμβάνει άπειρα ξεχωριστά οπτικά αντεστραμμένα ερεθίσματα με τη μορφή της ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, και στη συνέχεια τα αντιστρέφει και τα συνθέτει σε μία ενιαία εικόνα…

Και αν μπορεί να κάνει αυτή τη διαδικασία στην ερμηνεία μιας «αντικειμενικής» πραγματικότητας (την ερμηνεία ενός χώρου), φανταστείτε πόσο παρερμηνεύει, μετασχηματίζει και κατά βούληση παραμυθιάζει την αντίληψη μας για ένα άτομο που το ορίζει ως υποψήφιο εραστή!

Ούτε λίγο, ούτε πολύ λοιπόν, το αν μας καλύπτει ή όχι τις ερωτικές μας ανάγκες ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, έχει πολύ μικρότερη σημασία, από το πώς ερμηνεύει ο εγκέφαλος μας αυτόν τον άνθρωπο και τη σημασία του δίνει. Καλώς ή κακώς είμαστε θύματα του ίδιου μας του εγκεφάλου και των ιστοριών που αυτός μας πλάθει…

Έτσι, τα όνειρα, οι αναλήθειες, οι παρερμηνείες, οι διαστρεβλώσεις και τα ψέματα που ο εγκέφαλος μας μάς λέει ειδικά στον έρωτα δεν έχουν τέλος. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, προσπαθεί να καλύψει τις ανεπάρκειες της ερωτικής κατάστασης που ζει το αφεντικό του, ώστε να κρατά το αφεντικό του χαρούμενο. Ιδού μερικά παραδείγματα: την ώρα της συνουσίας, αν ένας άντρας νιώθει ανεπαρκής απέναντι σε μία γυναίκα, μπορεί να φαντασιωθεί ότι έρχονται και άλλοι άντρες και όλοι μαζί βιάζουν τη συγκεκριμένη γυναίκα και, ως εκ θαύματος, ξεπερνά αμέσως την ανεπάρκεια του… Μια γυναίκα που κακοποιείται φυσικά και σεξουαλικά από τον άντρα της μπορεί να τον ακούσει να της ζητάει συγνώμη με λουλούδια και να θεωρήσει ότι είναι τελικά «καλός άνθρωπος». Ένας ομοφυλόφιλος, μπορεί να έχει τόσο πολύ πιστέψει ότι είναι γυναίκα, που να μπορεί να κάνει έρωτα με έναν άντρα μην βλέποντας στο ελάχιστο την πραγματικότητα της συνουσίας των δύο αντρών. Ένας που αυνανίζεται συχνά μπορεί να έχει εκλεπτύνει τόσο πολύ τη φαντασία του που άλλοτε να χαϊδεύει το σώμα του σαν αντρικό και άλλοτε σαν γυναικείο…

Ο Έρωτας, λοιπόν, δεν έχει να κάνει τόσο με το «άλλο» πρόσωπο όσο με την ανάγκη μας να ερωτευτούμε το ίδιο το ερωτικό συναίσθημα ανεξάρτητα από πού προέρχεται! Κινητοποιεί δε τις πιο αρχέγονες και τις πιο δυνατές μας ανάγκες και ο εγκέφαλος μας αναλαμβάνει τα ηνία ώστε να μας πείσει ότι έχουμε κάνει στην κάθε περίπτωση την καλύτερη επιλογή! Είναι όμως έτσι;

Έρωτας: ανάγκη ή επιθυμία;

Για κάθε τι που χρειαζόμαστε στη ζωή μπορούμε να αναρωτηθούμε: είναι μία ανάγκη μας να το έχουμε ή μπορούμε να ζούμε και χωρίς αυτό αλλά απλώς το επιθυμούμε; Η ανάγκη, σε κάθε περίπτωση, υποδηλώνει μια σοβαρότερη κινητοποίηση του οργανισμού στο να αποκτήσουμε κάτι, μιας και αυτό το κάτι, γίνεται αντιληπτό ως απαραίτητο στοιχείο της επιβίωσης και της υγείας μας. Η επιθυμία, από την άλλη, γενικώς αναφέρεται σε κάτι που θα θέλαμε να έχουμε, χωρίς ωστόσο αυτό να αποτελεί βασικό συστατικό της λειτουργικότητας μας και να μπορούμε να είμαστε υγιείς και χωρίς αυτό. Για παράδειγμα, το νερό είναι μία ανάγκη όπως και ο αέρας: χωρίς αυτά σε λίγο χρόνο δεν θα επιβιώναμε. Το σπορ αυτοκίνητο από την άλλη, θα μπει στην κατηγορία της επιθυμίας: μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς αυτό, και το επιθυμούμε μόνο για την απόλαυση και την κοινωνική επίδειξη που μας προσφέρει.

Ο Έρωτας σε ποια κατηγορία ανήκει; Είναι ανάγκη μας να ερωτευόμαστε ή επιθυμία; Με άλλα λόγια, χωρίς τον Έρωτα μπορούμε να ζήσουμε ή αποτελεί μία απλή «πολυτέλεια» της ψυχικής μας κατάστασης;

Η Ιστορία της ανθρωπότητας δείχνει ότι ο Έρωτας ανέκαθεν αντιμετωπιζόταν ως περιττή και επικίνδυνη κατάσταση, τουλάχιστον όσον αφορούσε στις πλατιές λαϊκές μάζες. Το έργο του εξαίρετου κοινωνιολόγου Φουκώ « η Ιστορία της Σεξουαλικότητας» μας δείχνει πολύ γλαφυρά, πως ανέκαθεν και διαχρονικά η άρχουσα τάξη καταπίεζε την εκδήλωση των ερωτικών συναισθημάτων στις λαϊκές μάζες. Ο λόγος ήταν ότι έτσι οι οικογένειες και οι κοινωνίες ήταν πιο σταθερές και ο καθένας παντρευόταν άτομο της κοινωνικής του τάξης. Μάλιστα στην Αγγλία του Μεσαίωνα, για να συνουσιαστεί ένα ζευγάρι θα έπρεπε να έχει την άδεια του Βασιλιά, και όταν την έπαιρνε συνουσιαζόταν αφού πρώτα τοποθετούσε τη λέξηFUCK στην πόρτα, λέξη που τα γράμματα της ήταν τα αρχικά των λέξεων «συνουσία μετά από άδεια του Βασιλιά».

Πρώτο το κίνημα του Ρομαντισμού, λίγο μετά το Μεσαίωνα, κατάφερε και απενοχοποίησε το θέμα του Έρωτα χωρίς όμως να προκαλέσει μεγάλες κοινωνικές αλλαγές. Η μεγάλη εξέλιξη ήρθε με τα κείμενα του Φρόιντ στις αρχές του 20ου αιώνα, όπου παρά το ανελέητο σφυροκόπημα που δέχτηκε για τις απόψεις από άρχοντες και επιστήμονες, τελικά έπεισε για την αναγκαιότητα της ερωτικής – σεξουαλικής έκφρασης στην ψυχική υγεία. Τέλος, με το κίνημα του φεμινισμού και ιδιαίτερα με την ιδεολογική επανάσταση το Μάιο του 68, ήρθε η πλήρης ηθική αποκατάσταση των ερωτικών αισθημάτων (τουλάχιστον για τον δυτικό κόσμο). Το φαινόμενο αυτό αντανακλάται στις ελληνικές και όχι μόνο ταινίες εκείνης της εποχής, όπου οι νέοι και οι γυναίκες διεκδικούν την ελευθερία των ερωτικών τους αισθημάτων ακόμη και όταν υπάρξει έρωτας μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών τάξεων.

Ο Έρωτας στον 21ο αιώνα θεωρείται πια ανάγκη, τόσο που οι περισσότεροι άνθρωποι του δυτικού κόσμου αδυνατούν να φανταστούν τη ζωή τους χωρίς αυτόν! Τα σήριαλ, ο κινηματογράφος, η ποίηση, η λογοτεχνία και η μουσική ανταγωνίζονται στο ποια τέχνη θα παρουσιάσει την καλύτερη ερωτική ιστορία.

Ωστόσο, ο Έρωτας, δεν μπορεί ποτέ να γίνει και να επιβιώσει ως ανάγκη! Εδώ είναι ακριβώς το σημείο που οι περισσότεροι το «χάνουμε»… Μόλις κανείς ερωτευτεί, ζητάει και επιδιώκει να έχει αυτόν τον έρωτα για πάντα: προσπαθεί να «δέσει» τον σύντροφο του με όρκους, με μάγια, με γάμο, με οικονομική εξάρτηση για να μην του φύγει… Αλλά ο έρωτας είναι σαν το αηδόνι: αν τον φυλακίσεις πεθαίνει!

Γιατί; Για τον απλούστατο λόγο ότι μπορεί να ευδοκιμήσει μόνο σε ελεύθερα σκεπτόμενα και συναισθηματικώς ώριμα άτομα, που καταλαβαίνουν ότι μπορούν να ζήσουν και χωρίς αυτόν και ερωτεύονται χωρίς το συναίσθημα τους να αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης και υγείας. Έτσι, μπορούν να είναι ερωτευμένοι, αφήνοντας τον σύντροφο τους να είναι ο εαυτός του και η σχέση τους να παίρνει καθαρό «αέρα», χωρίς το πνίξιμο και την καταπίεση που προκαλούν τα αισθήματα ζήλιας του ατόμου που έχει ανάγκη επιβίωσης από την ερωτική του σχέση.

Με άλλα λόγια, η έκφραση «βρήκα το άλλο μου μισό» δεν θα έπρεπε να λέγεται: σημαίνει ότι βιώνω τον εαυτό μου ως μισό, επομένως αν βρω το άλλο μου μισό δεν το αφήνω να φύγει γιατί θα ξαναγίνω μισός… Αν όμως προσπαθήσω να «δέσω» το σύντροφο μου θα χάσω τον έρωτα. Θα ήταν πολύ καλύτερο να είμαι «ολόκληρος» και να βρω έναν άλλο άνθρωπο επίσης «ολόκληρο» που δεν τον χρειάζομαι αλλά τον «αγαπάω», γιατί μου κάνει τη ζωή καλύτερη και εμένα κάτι πιο μεγάλο από τον εαυτό που ήξερα! Η ερωτική αγάπη δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από την υπέρβαση του «εγώ» και την επένδυση του «εμείς»! Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο από υγιή και «ολόκληρα» άτομα.

Στο βιβλίο του A. Carotenuto με τίτλο «Έρως και πάθος» διαβάζουμε:

«Η ερωτική εμπειρία είναι μια από τις πιο σπουδαίες και για πολλούς η πλέον σημαντική εμπειρία της ζωής του ανθρώπου. Μια βαθύτερη σκέψη πάνω στον έρωτα δεν μπορεί παρά να είναι ένας στοχασμός πάνω στην έννοια της ανθρώπινης ύπαρξης, χαρακτηριστικό της οποίας είναι το ανικανοποίητο, η νοσταλγία, το αίσθημα της μοναξιάς, η επιθυμία για ολοκλήρωση και τελειότητα, ο ψυχικός πόνος.

Εκείνο που κυρίως γοητεύει στον έρωτα είναι ο απόλυτος χαρακτήρας του, η απαίτησή του για αιωνιότητα και τελειότητα, η σιγουριά των ερωτευμένων ότι έχουν βρει το μοναδικό πρόσωπο που μπορεί να ικανοποιήσει το ατέλειωτο των πόθων τους. Το αγαπημένο πρόσωπο, εξιδανικεύεται, θεοποιείται, λατρεύεται, γίνεται στήριγμα της φαντασίας. Η αναπόφευκτη συνέπεια όλων αυτών είναι να κάνουμε τον άλλο υποχείριο και να απογοητευόμαστε όταν τον βλέπουμε στην πραγματικότητά του.

Οι απογοητεύσεις του έρωτα που στρέφεται προς ένα και μοναδικό πρόσωπο, η αγωνία της εγκατάλειψης που μας κατακυριεύει όταν παύει η αγάπη, είναι, μια ευκαιρία για ωρίμανση, όχι μόνο γιατί επιτρέπουν έναν υψηλότερο βαθμό αυτονομίας, αλλά, και γιατί επιτρέπουν να αναπτυχθούν πιο ώριμες σχέσεις με τον κόσμο. Στον έρωτα δεν είναι σπάνιο, μαζί με το αίσθημα της ένωσης με τον εραστή, να νιώθουμε και το αίσθημα της συμφιλίωσης με όλους τους ανθρώπους και με το σύμπαν, ένα αίσθημα παγκόσμιας αγάπης.
Ένα από τα χαρακτηριστικά φαινόμενα της ερωτικής εμπειρίας είναι η άμεση προσκόλληση στο αντικείμενο. Η παρουσία ή προσέγγιση του άλλου μας αιχμαλωτίζουν με ένταση και αμεσότητα που δεν συναντιούνται σε άλλες καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ερωτική σχέση «μαγεύει» τον ερωτευμένο και τον βασανίζει με την έμμονη ιδέα της εικόνας του άλλου. Αυτό το βίωμα έχει έναν αιφνίδιο, εξωπραγματικό, σχεδόν καταναγκαστικό χαρακτήρα.
Επιστρέφοντας στις πρώτες εμπειρίες του βρέφους, εκείνες που δεν μπορεί να συγκρατήσει στη μνήμη, αλλά που έχουν αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στον υπό διαμόρφωση εσωτερικό του κόσμο, μπορούμε να πούμε ότι το άγχος και ο φόβος του αποχωρισμού είναι ένα συνεχώς επανερχόμενο θέμα που ξεκινάει από τη στιγμή της γέννησης. Είναι θεμιτό να υποθέσουμε ότι στα πρώτα στάδια του έρωτα δημιουργείται η αυταπάτη πλήρωσης ενός βασικού, δομικού κενού. Αντικρίζοντας το αγαπημένο πρόσωπο, ο ερωτευμένος νιώθει ένα αίσθημα απίστευτης πληρότητας και συγχρόνως έχει την εντύπωση ότι ως εκείνη τη στιγμή ζούσε σε κατάσταση στέρησης. Η παρουσία του αγαπημένου προσώπου είναι πηγή ευεξίας που μοιάζει να έχει ανεξάντλητες δυνατότητες. Στην πραγματικότητα όμως, ο έρωτας ζει και τρέφεται απ’ αυτό που συμβαίνει σε μας, μέσα μας. Το πρόσωπο στο οποίο έχει προσηλωθεί το βλέμμα και η επιθυμία μου αποκτά για μένα μοναδική σημασία. Μόνο εκείνο μπορεί να ανακαλέσει τις πιο ενδόμυχες, και ιδιαίτερες διαστάσεις μου. Η ζωτικότητα που δοκιμάζουμε όταν αγαπούμε πηγάζει από την ανανεωμένη διάθεση για «αναζήτηση» που προκαλεί και τρέφει το πάθος.

Η αναστάτωση και η επιθυμία που προκαλεί η όψη του άλλου μαρτυρούν πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη να ενωθούμε ξανά με αυτό που έμοιαζε χαμένο και που τώρα εμφανίζεται με καινούργια και ακόμη πιο ελκυστικά χαρακτηριστικά.. Από τη συνάντηση δύο μοναδικοτήτων δεν μπορεί παρά να προκύψει μια ιδιαίτερη, ανεπανάληπτη σχέση. Να γιατί, όταν εκείνη η σχέση τελειώσει, είναι δικαιολογημένη η νοσταλγία, ο πόνος για κάτι που χάθηκε οριστικά, αφού καμιά νέα συνάντηση δεν θα μπορέσει ποτέ να ξαναζωντανέψει εκείνη την ίδια εμπειρία.

Υπάρχει πάντοτε ακόμη και στις πλέον εξελιγμένες ψυχικές συνθήκες μια ανεκπλήρωτη επιθυμία που ασφαλώς έχει τις καταβολές της στην παιδική ηλικία. Η επιθυμία να είμαστε αντικείμενα για κάποιον όπως ήμαστε για τους γονείς τη στιγμή που γεννηθήκαμε. Αυτό είναι μια πρωτογονική μνήμη που κουβαλούμε πάντοτε μέσα μας.

Αν ο άλλος αντιπροσωπεύει κάτι που λείπει από μένα, πρέπει να το αρπάξω, να το κλέψω από τον κόσμο, γιατί αυτό που επιθυμώ δεν μου προσφέρεται αυθόρμητα κι άρα πρέπει να το αποσπάσω με τη δύναμή μου. Μόλις αποκτήσουμε αυτό που μας δίνει το αίσθημα της πληρότητας, αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε με τρόμο, πόνο και αγωνία την πιθανότητα να το χάσουμε. Μπορεί κάλλιστα να υπάρχουν σχέσεις χωρίς έντονες φωτοσκιάσεις, χωρίς ρίγη και προαισθήματα, αλλά είναι άλλου τύπου. Ο έρωτας χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή της απομάκρυνσης και της επανεύρεσης, από την ανάγκη να επιβεβαιώσουμε το κεκτημένο, να λέμε «είσαι δικός μου για πάντα», ενώ την ίδια στιγμή μια φωνή μέσα μας ψιθυρίζει πως δεν είναι έτσι. Η ουσιαστική σχέση με τον άλλον δεν είναι κάτι που κερδίζεται μια κι έξω, αλλά απαιτεί συνεχή προσπάθεια».

Ο υγιής Έρωτας

Ο έρωτας για να έχει ελπίδες να επιβιώσει χρειάζεται δύο απαραίτητα συστατικά:

Α) να συμπληρώνει ο ένας τον άλλον. Ο Φρόιντ συνήθιζε να λέει ότι στα ζευγάρια η νεύρωση του ενός συμπληρώνει τη νεύρωση του άλλου και είχε απόλυτο δίκιο. Ωστόσο πέρα από τη συμπλήρωση των νευρώσεων χρειάζεται και η συμπλήρωση των ταμπεραμέντων (αργός – γρήγορος, ήρεμος – δυναμικός, σπάταλος – συντηρητικός, έντονη προσωπικότητα – ήπιος χαρακτήρας κ.λπ), ώστε παρά τις κορυφώσεις και τις έντονες στιγμές να επέρχεται ισορροπία. Είναι αυτό που η λαϊκή σοφία πήρε από τη Φυσική και λέει: τα ετερώνυμα έλκονται.

Β) να υπάρχει ταυτόχρονη εξέλιξη σε επίπεδο ανάπτυξης προσωπικότητας στο χρόνο (εδώ είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα των ζευγαριών):

Στις περιπτώσεις που δύο άνθρωποι δεν εξελίσσονται ή το κάνουν με παρόμοια ταχύτητα, ο αρχικός έρωτας παραμένει και συνεχίζει να αλληλοτροφοδοτείται.

Όταν όμως ο ένας από τους δύο αλλάζει με μεγαλύτερη ταχύτητα από τον άλλο, σύντομα θα μένει ακάλυπτος από τον άνθρωπο που παλιότερα αγάπησε και τώρα είναι ανεπαρκής! Γι αυτό άλλωστε, και σε περιπτώσεις που μόνο ο ένας από τους δύο ξεκινά ψυχοθεραπεία, συχνά μετά από ένα μεγάλο ή μικρό διάστημα χωρίζει… Έχει εξελιχθεί τόσο πολύ έναντι ενός ανθρώπου που παρέμεινε ίδιος και επομένως αναζητά πια ανθρώπους του καινούργιου του επιπέδου εξέλιξης. Και φυσικά σε αυτό το σημείο πορείας ενός ζευγαριού, η μόνη επιβίωση του ζευγαριού έγκειται στη συνειδητοποίηση της νέας κατάστασης από τον άνθρωπο που έμεινε πίσω και η ανάληψη δράσης από μέρους του ώστε να διεκδικήσει ξανά τον άνθρωπο του. Μόνο που αυτή η συμπεριφορά δεν είναι η συνήθης και αντί αυτής ξεκινούν οι απειλές και οι διακανονισμοί από αυτόν που έμεινε πίσω για το τι θα χάσει (οικονομικά, κοινωνικά κ.λπ.) αυτός που θα φύγει από το ζευγάρι, ή απειλές τύπου ότι θα αυτός που μείνει θα πάθει σοβαρή ασθένεια ή θα αυτοκτονήσει ή θα σκοτώσει το πρώην σύντροφο του, ή αρχίζουν τα παρακάλια (το γνωστό άσμα «λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω» κ.λπ.) με αποτέλεσμα να χαθεί για πάντα ο έρωτας… Συνεπώς, καλώς ή κακώς, έρωτας χωρίς συναγωνισμό στην εξέλιξη, και προσπάθεια συμπόρευσης κάθε στιγμή, δεν μπορεί στην πράξη να υπάρξει, όσο δυνατό και αν είναι το συναίσθημα του πρώτου καιρού που κεραυνοβόλησε τους δυο ερωτευμένους!

Ο Έρωτας και η επιβίωση του

του Γιάννη Βελίκη

Ο έρωτας για να έχει ελπίδες να επιβιώσει χρειάζεται δύο απαραίτητα συστατικά:
Α) να συμπληρώνει ο ένας τον άλλον. Ο Φρόιντ συνήθιζε να λέει ότι στα ζευγάρια η νεύρωση του ενός συμπληρώνει τη νεύρωση του άλλου και είχε απόλυτο δίκιο. Ωστόσο πέρα από τη συμπλήρωση των νευρώσεων χρειάζεται και η συμπλήρωση των ταμπεραμέντων (αργός – γρήγορος, ήρεμος – δυναμικός, σπάταλος – συντηρητικός, έντονη προσωπικότητα – ήπιος χαρακτήρας κ.λπ), ώστε παρά τις κορυφώσεις και τις έντονες στιγμές να επέρχεται ισορροπία. Είναι αυτό που η λαϊκή σοφία πήρε από τη Φυσική και λέει: τα ετερώνυμα έλκονται.
Β) να υπάρχει ταυτόχρονη εξέλιξη σε επίπεδο ανάπτυξης προσωπικότητας στο χρόνο (εδώ είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα των ζευγαριών):
Στις περιπτώσεις που δύο άνθρωποι δεν εξελίσσονται ή το κάνουν με παρόμοια ταχύτητα, ο αρχικός έρωτας παραμένει και συνεχίζει να αλληλοτροφοδοτείται.
Όταν όμως ο ένας από τους δύο αλλάζει με μεγαλύτερη ταχύτητα από τον άλλο, σύντομα θα μένει ακάλυπτος από τον άνθρωπο που παλιότερα αγάπησε και τώρα είναι ανεπαρκής! Γι αυτό άλλωστε, και σε περιπτώσεις που μόνο ο ένας από τους δύο ξεκινά ψυχοθεραπεία, συχνά μετά από ένα μεγάλο ή μικρό διάστημα χωρίζει… Έχει εξελιχθεί τόσο πολύ έναντι ενός ανθρώπου που παρέμεινε ίδιος και επομένως αναζητά πια ανθρώπους του καινούργιου του επιπέδου εξέλιξης. Και φυσικά σε αυτό το σημείο πορείας ενός ζευγαριού, η μόνη επιβίωση του ζευγαριού έγκειται στη συνειδητοποίηση της νέας κατάστασης από τον άνθρωπο που έμεινε πίσω και η ανάληψη δράσης από μέρους του ώστε να διεκδικήσει ξανά τον άνθρωπο του. Μόνο που αυτή η συμπεριφορά δεν είναι η συνήθης και αντί αυτής ξεκινούν οι απειλές και οι διακανονισμοί από αυτόν που έμεινε πίσω για το τι θα χάσει (οικονομικά, κοινωνικά κ.λπ.) αυτός που θα φύγει από το ζευγάρι, ή απειλές τύπου ότι θα αυτός που μείνει θα πάθει σοβαρή ασθένεια ή θα αυτοκτονήσει ή θα σκοτώσει το πρώην σύντροφο του, ή αρχίζουν τα παρακάλια (το γνωστό άσμα «λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω» κ.λπ.) με αποτέλεσμα να χαθεί για πάντα ο έρωτας… Συνεπώς, καλώς ή κακώς, έρωτας χωρίς συναγωνισμό στην εξέλιξη, και προσπάθεια συμπόρευσης κάθε στιγμή, δεν μπορεί στην πράξη να υπάρξει, όσο δυνατό και αν είναι το συναίσθημα του πρώτου καιρού που κεραυνοβόλησε τους δυο ερωτευμένους!

Ποιος είναι ο αρχηγός;

του Γιάννη Βελίκη

Η δημοκρατία αναμφισβήτητα είναι το καλύτερο πολίτευμα! Η εκπληκτική ιδέα κατά την οποία όλοι αποφασίζουν για την τύχη και τη ζωή τους είναι εξαιρετική! Πλην όμως δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εφαρμοστεί. Ο λόγος; Ακόμη και στην πιο τέλεια δημοκρατία, έστω και σε λανθάνουσα κατάσταση, η πλειοψηφία ακολουθεί μία άποψη που τη διαμορφώνει και την παρουσιάζει ένας άνθρωπος. Συνεπώς, ακόμη και σε αυτήν την κατάσταση, υπάρχει και υπολειτουργεί ένας αρχηγός!

Στην καθημερινή εμπειρία, βεβαίως, αρχηγοί εμφανίζονται συνεχώς. Από το πώς θα μεγαλώσει ένα παιδί, αν θα φορέσει τα α’ ρούχα ή τα β’, αν θα πάει στο β’ σχολείο ή στο γ’, αν θα κάνει πάρτι στο σπίτι ή όχι, κάποιος το αποφασίζει. Στη δουλειά, στο στρατό, στην πολιτική επίσης. Το ποιά μουσική θα ακούσει η παρέα, σε τί τύπου εστιατόριο θα πάει, τί ώρα θα το διαλύσει το βράδυ και πότε θα ξαναβρεθεί, είναι επίσης αποφάσεις που λαμβάνονται από έναν άνθρωπο και συναντούν την αποδοχή της πλειοψηφίας στην παρέα. Είναι δεδομένο ότι κάθε ομάδα έχει υποτυπώδη ή εμφανή ιεραρχία, καθώς και αφανή ή επικυρωμένο αρχηγό. Αν υπάρξει διεκδικητής της αρχηγίας (δελφίνος), θα πρέπει είτε να νικήσει τον αρχηγό και να αναλάβει την όποια εξουσία, είτε να αποσυρθεί δημιουργώντας μία δική του ομάδα.

Το δέλεαρ της εξουσίας είναι τόσο μεγάλο που στην ουσία κινεί τον κόσμο. Όλοι οι πόλεμοι γίνονται για την ανάληψη της εξουσίας και την απόκτηση των πόρων (δύναμη = εξουσία). Όλοι οι καυγάδες ζευγαριών, γονιών και παιδιών, γειτόνων, οπαδών κομμάτων, φιλάθλων, εθνοτήτων, θρησκειών, πολιτιστικών ρευμάτων (π.χ. δημοτικιστών έναντι καθαρευουσιάνων), εργοδοτών και εργαζομένων, συμμοριών κ.α. γίνονται με σκοπό την τελική απόκτηση της αρχηγίας (που συνεπάγεται εξουσία και/ή δύναμη).

Η δίψα για εξουσία στον άνθρωπο, όπως άλλωστε και στο ζωϊκό βασίλειο, είναι τόσο μεγάλη που θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως πραγματική ανάγκη, ισάξια με αυτή της πρόσληψης τροφής και νερού. Ωστόσο οι κοινωνίες διαχρονικά επιχειρούν να τιθασεύσουν αυτήν την ανάγκη, προκειμένου να επιτυγχάνουν την κοινωνική σταθερότητα και το υπάρχον, σε κάθε περίπτωση, status quo. Ο πιο εύκολος τρόπος γι’ αυτό είναι να μοιράζουν την εξουσία σε πολλά άτομα και ομάδες, ώστε μετά αυτές να πολεμούν μεταξύ τους και να αφήνουν την κεντρική εξουσία ανέπαφη (διαίρει και βασίλευε). Συνήθως οι κοινωνίες διαχωρίζουν τις καλές με τις κακές πλευρές έκφρασης αυτής της ανάγκης: στις καλές που επιβραβεύονται ανήκουν οι προσπάθειες για διάκριση στον αθλητισμό, στις τέχνες, στα γράμματα, στη νόμιμη επιχειρηματικότητα, στην αδιάφθορη πολιτική καριέρα κ.α., ενώ στις κακές που αποθαρρύνονται ανήκουν η συμμετοχή σε συμμορίες, η διάπραξη παράνομων πράξεων για απόκτηση χρήματος, η διαφθορά στην ανάληψη αξιώματος (πολιτικού, θρησκευτικού, στρατιωτικού) κ.α.

Η ανάγκη για εξουσία και αρχηγία είναι αυτή που ωθεί έναν άνθρωπο να υποτάσσεται σε ομάδες κάθε είδους, ακόμη και δεν συμφωνεί με τις αξίες τους ή ακόμη και αν αισθανθεί ότι αλλοτριώνεται ως προσωπικότητα και ως ηθική οντότητα. Τα παραδείγματα πολλά, από τους οπαδούς των ποδοσφαιρικών ομάδων που κάνουν έκτροπα, τα διεφθαρμένα πολιτικά κόμματα που κυβερνούν μια χώρα, τους κατοχικούς στρατούς που φονεύουν και εξευτελίζουν κατοίκους σε τρίτες χώρες, τους δεσμοφύλακες που κακοποιούν κρατούμενους, τους προαγωγούς που εκμεταλλεύονται μέχρι θανάτου τα θύματα του trafficking, τους δουλέμπορους που αδιαφορούν για τη ζωή των δύστυχων μεταναστών, τους Ναζί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που κατασκοπεύανε, βασανίζανε, ή θανάτωναν αντικαθεστωτικούς και εχθρούς του εθνικοσοσιαλισμού και τόσα άλλα. Το δέλεαρ της εξουσίας είναι ανίκητο, και παρασέρνει αξίες, μορφωτικό επίπεδο, ηθικά διδάγματα και ψυχολογικές ικανότητες για ενσυναίσθηση, αλληλεγγύη και συμπάθεια.

Συχνά στην εξουσία και τις αρχηγικές θέσεις, κοντά στον αρχηγό, συναντώνται άτομα που δεν έχουν τις ανάλογες ικανότητες, δεν μπορούν να διαχειριστούν επωφελώς για την ομάδα τη θέση τους ή είναι επιρρεπή στη διαφθορά. Αυτό συμβαίνει για τον απλούστατο λόγο ότι τα άτομα αυτά δεν απειλούν τον αρχηγό, και επομένως διορίζονται από αυτόν για να διαφυλαχτεί ότι κανείς άλλος με ικανότητες δεν θα πλησιάσει τις θέσεις εξουσίας. Τα άτομα αυτά, κατά κύριο λόγο, δεν έχουν διαμορφώσει στη διάρκεια της ανάπτυξης τους αυτό που στην ψυχολογία ονομάζουμε «εσωτερικό έλεγχο» (internal locus of control). Τα άτομα με εσωτερικό έλεγχο πιστεύουν ότι τα ίδια καθορίζουν τη ζωή τους και ελέγχουν το περιβάλλον τους και χαρακτηρίζονται και ως ψυχολογικά υγιή. Αντίθετα τα άτομα που βιώνουν τον «εξωτερικό έλεγχο» (external locus of control), ότι δηλαδή η μοίρα, οι πολιτικοί, τα άστρα, ή η τύχη ελέγχουν τις ζωές τους και χαρακτηρίζονται ως ψυχολογικά ασθενή, επιδιώκουν σε μεγάλο βαθμό και έχουν ελάχιστες αντιστάσεις στην απόκτηση της εξουσίας.

Η ανάγκη για απόκτηση εξουσίας είναι, όπως προαναφέρθηκε, υπαρκτή σε όλους, θεμιτή και αποδεκτή. Ωστόσο, σε μία φυσιολογική οργάνωση ψυχισμού και προσωπικότητας, δεν θα πρέπει να υπερκεράζει τις άλλες ανάγκες όπως τις συναισθηματικές (ανάγκη για ασφάλεια, ενσυναίσθηση, αλληλεγγύη και αγάπη), τις νοητικές (ανάγκη για κατανόηση, αισθητική απόλαυση) και κυρίως υπαρξιακές (ανάγκη για ένα στέρεο σύστημα ηθικών αξιών, αναγνώριση του φόβου του θανάτου και δόμησης μιας υγιούς προσωπικότητας). Η ανάγκη για εξουσία και δύναμη, όταν συνδυαστεί αρμονικά με τις υπόλοιπες ανάγκες του ανθρώπινου ψυχισμού, μπορεί να υφάνει μία εξαιρετική οργάνωση προσωπικότητας που μόνο καλό μπορεί να φέρει στο κοινωνικό σύνολο.

Αποτελεί δυστύχημα ότι πολλοί συνάνθρωποι μας επιδιώκουν και κατακτούν κοινωνική εξουσία, πριν να αποκτήσουν στέρεα ψυχικά θεμέλια και αρχές, που θα τους προφύλασαν από τη μέθη ενός από τα ισχυρότερα «ναρκωτικά» που μπορεί ποτέ να γευτεί κανείς: τη δίψα για περισσότερη και περισσότερη εξουσία!

Ο τοξικός μας εαυτός μας και τα συναισθήματα που μας δημιουργεί, της Ελένης Δινάκη

Τοξικότητα, αδικία, ζήλεια: λέξεις που έχουμε ακούσει όλοι μας στην …

Ψυχοθεραπεία: το ταξίδι στον εσωτερικό μας κόσμο, της Ελένης Δινάκη

Ψυχοθεραπεία. Μια σύνθετη λέξη η οποία κρύβει ένα μεγάλο νόημα…Ψυχή+ …

Ο ρόλος μου και ο αληθινός μου εαυτός.

Μετά από πολύ καιρό ξαναπιάνω στα χέρια μου στυλό και χαρτί ώστε να …